Αρχική / Ο Τόπος μας / Ιστορία / Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ 

Η Καισαριανή γεννήθηκε μέσα από τις φλόγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Από την άνοιξη του 1923 πρόσφυγες που έφταναν σταδιακά από τα παράλια της Μικράς Ασίας άρχισαν να εγκαθίστανται πρόχειρα και τμηματικά σε κωνικές σκηνές του στρατού στην ανατολική πλευρά του κέντρου της Αθήνας, κοντά στο Nοσοκομείο Λοιμωδών Nοσημάτων Συγγρού.

Ο βασικός τόπος προέλευσης των ξεριζωμένων ήταν τα Βουρλά, δευτερευόντως τα χωριά της ευρύτερης χερσονήσου της Ερυθραίας, όπως το Σιβρισάρι, ο Τσεσμές και τα Αλάτσατα, χωριά της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης, όπως ο Βουτζάς, το Σεβδίκιοϊ και ο Κουκλουτζάς, αργότερα προστέθηκαν λίγες οικογένειες από την Καπαδοκία, την Κωνσταντινουπολη και ελάχιστοι Πόντιοι.

Όταν η Καισαριανή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, τον Ιούλιο του 1923, κατείχε έκταση 231 στρεμμάτων.

Εδώ θα ξεκινούσε από το μηδέν μια καινούρια ζωή.

Η πρώτη οικιστική φάση της πόλης ξεκινά ουσιαστικά αρκετούς μήνες μετά την εγκατάσταση και διαρκεί ως το 1935. Το Μάιο του 1923 ξεκίνησε η κατασκευή 500 ξύλινων παραπηγμάτων και 1.000 πλινθόκτιστων δωματίων. Η κατασκευή ήταν προσαρμοσμένη σ’ αυτή των τετραγώνων.

Τα πλινθόκτιστα, ήταν ο βασικός τρόπος κατασκευής οικιών για τους πρόσφυγες, καθώς οι πλίνθινες κατασκευές ήταν ατελείς και ευνοούσαν ατομικές επεμβάσεις των χρηστών.

Συγκεκριμένα, κάθε 10 ή 12 σπίτια αποτελούσαν ένα τετράγωνο. Στο κέντρο κάθε τετραγώνου, που ήταν ένα είδος αυλείου χώρου, βρίσκονταν τα (κοινά) αποχωρητήρια.

Τον πρώτο καιρό, οι ελλείψεις ήταν δραματικές και τα έργα προχωρούσαν με τόσο αργούς ρυθμούς που οι κάτοικοι αναγκάζονταν να «παρανομούν», προκειμένου να στεγάσουν τις οικογένειές τους. Το παρακάτω απόσπασμα από το ημερολόγιο του Παναγιώτη Σταμπούλου είναι χαρακτηριστικό:

 «Οι πρόσφυγες σκηνίτες του Καταυλισμού Συγγρού, το Πάσχα του 1924, διέρρηξαν μια αποθήκη του υγειονομικού υλικού του στρατού και τη μετέτρεψαν σε εκκλησία και την Μεγάλη Παρασκευή λειτούργησαν εν ονόματι του Αγίου Νικολάου με πρώτον ιερέα τον Παπαμιχάλη. Ο Σταμπούλος συνελήφθη ως πρωταίτιος για την διάρρηξη και φυλακίσθη».

Παράλληλα με τον τύπο της απλής προσφυγικής κατοικίας, στα τέλη της δεκαετίας του ’20 κτίζονται και διώροφες προσφυγικές πολυκατοικίες, με παρόμοια διάταξη μέσα στο τετράγωνο, κατά μήκος του παλιού στρατιωτικού δρόμου στον οποίον θα αναπτυχθεί αργότερα η συνοικία, μέχρι το ύψος της πλατείας και κατόπιν μέχρι το δημοτικό σχολείο Βενιζέλου, ενώ αργότερα, κατασκευάστηκαν και τριώροφες πολυκατοικίες.

Ο ταξικός χαρακτήρας της Καισαριανής προκύπτει από την ίδια την πραγματικότητα. Οι πρόσφυγες που κατοικούσαν στην Καισαριανή αποτέλεσαν φθηνό εργατικό δυναμικό:

  • Πάνω από το 50% των προσφύγων της Καισαριανής δούλευε στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία.

– Οι άνδρες δούλευαν ως λιμενεργάτες, οικοδόμοι, αγωγιάτες, φορτοεκφορτωτές και πλανόδιοι μανάβηδες.

– Οι γυναίκες και τα παιδιά -το 1926 έως 16 ετών ήταν το 40% των προσφύγων της πόλης- δούλευαν π.χ. στα ταπητουργία.

  • Το 1930 το 73% των προσφύγων ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η προβληματική οικιστική εγκατάσταση και το καθεστώς κυριότητας των σπιτιών στάθηκε αφορμή για πολυετείς συγκρούσεις των Καισαριανιωτών με το κράτος. Αρχικά, όλες οι κατοικίες χτίζονταν από το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων (ΤΠΠ) και παραχωρούνταν δωρεάν, ως μέτρο κοινωνικής πρόνοιας σε ανθρώπους που προφανώς δεν είχαν οικονομική δύναμη. Τα δεδομένα άλλαξαν το καλοκαίρι του 1925, όταν η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ) απόκτησε την κυριότητα του Ταμείου και ανάγκασε τους πρόσφυγες να καταβάλουν υποχρεωτικά ενοίκιο ή να αγοράσουν τα οικήματα στα οποία διέμεναν.

Η απόφαση συνάντησε την οργισμένη αντίδραση του προσφυγικού κόσμου. Προσφυγικοί σύλλογοι της Αθήνας, κυρίως στη Νέα Ιωνία, τον Βύρωνα και την Καισαριανή, πήραν απόφαση να καταλάβουν βίαια τα οικήματα με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 1925 να ξεσπάσουν βίαιες συγκρούσεις στο συνοικισμό.

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι Καισαριανιώτες θα εκφράζουν πολύ συχνά διαμαρτυρίες για την κατάσταση στην οποία ζούσαν, με πολύ πιο έντονο τρόπο από τους υπόλοιπους πρόσφυγες.

Στις ίδιες αυτές τις παράγκες μεγάλωσε και μια μεγάλη φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού, η Δόμνα Σαμίου:

«[…] Απ’ ό,τι θυμάμαι, από μικρό παιδάκι εκεί στην Καισαριανή μέναμε σε παράγκα. Κι όχι μόνο εμείς, ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων της Μικράς Ασίας που τους εγκαταστήσανε στην Καισαριανή, από ένα σημείο και κάτω μας είχανε κάνει παράγκες. Δηλαδή, ένα δωμάτιο, μια παράγκα, είχανε δώσει στην κάθε οικογένεια, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ατόμων. Ομολογώ διαστάσεις δεν θυμάμαι, τέσσερα επί τέσσερα, τρία επί τέσσερα, δεν ξέρω, ήμουνα παιδάκι. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι ήτανε ένα δωμάτιο. Ήτανε οι παράγκες η μια πλάι στην άλλη […] άρα ήτανε έξι οι παράγκες από τη μια πλευρά και έξι αντίστοιχα από την άλλη, την πίσω πλευρά. Μας χώριζε μια μεσοτοιχία από ξύλο, από τάβλες. Αν ροχάλιζε ο πίσω ή διαγώνια ο άλλος ο γείτονας, εμείς ακούγαμε το ροχαλητό και οτιδήποτε άλλους κρότους, σίγουρα τους ακούγαμε […]

Πλάι στην παράγκα ο πατέρας μου είχε κάνει μια κουζινίτσα από γκαζοντενεκέδες. Είχε ανοίξει γκαζοντενεκέδες και είχε φτιάξει απέξω μια κουζινούλα ώστε να μπορεί η μητέρα μου να μαγειρεύει, τρώγαμε εκεί σαν τραπεζαρία. Εκεί είχε μια σκάφη και κάθε Σάββατο μας έπλενε, μας έκανε μπουγάδα όλους, από τον πατέρα μου, μέχρι την αδελφή μου και μένα. Είχε ένα βαρέλι μεγάλο μες στην κουζίνα όπου μάζευε βρόχινο νερό, γιατί με το βρόχινο νερό καθαρίζανε τα μαλλιά καλύτερα».

Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της μικρής αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στις παράγκες ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του.

Αυτό εξηγεί την έντονη νοσταλγική διάθεση που χρωματίζει όλες τις μαρτυρίες των παλιών Καισαριανωτών για εκείνη την φτωχική αλλά αυθεντικά όμορφη εποχή που εξαφανίστηκε στη σκιά της μεγαλούπολης.

Μισό αιώνα αργότερα, ο Γιάννης Κουβάς κατέγραφε με συγκίνηση τις εικόνες των παιδικών του χρόνων:

 «[…]Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περβολάκια και παρτεράκια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες (βοηθούσαν οι γείτονοι ο ένας τον άλλο και πλούτιζαν τους κήπους τους με λουλούδια και μεταφύτευαν από τη μια μεριά στην άλλη) και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. […]».

Για πολλά χρόνια, η Καισαριανή είχε αφεθεί στην τύχη της. Η οικοδόμηση του συνοικισμού ήταν αποσπασματική και χωρίς κεντρικό σχεδιασμό. Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε είναι το άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (14 Σεπτεμβρίου 1929), με αφορμή την επίσκεψη του Δημάρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη στο συνοικισμό:

«Ο Δήμαρχος διεπίστωσε δε ότι η κατάστασις, υπό την οποίαν διαβιούν οι κάτοικοι τούτου του οικισμού, είναι αυτόχρημα τραγική. Το νερό, το οποίο διανέμεται εις τους κατοίκους, ανήρχετο μέχρι προ ολίγου καιρού εις 10 μόνο κυβικά μέτρα, τελευταίως δε ήρχισεν και αυτό να καταλίσκεται από τους εργολάβους, οι οποίοι κτίζουν νέας οικοδομάς. Τραγικώτερον, όμως παρουσιάζεται το ζήτημα των αποχωρητηρίων του συνοικισμού, τα οποία είναι ξύλινες παράγκες με ξύλινα πατώματα, κάτωθι των οποίων υπάρχουν ανοικτοί βόθροι. Αι εστίαι αυταί ακαθαρσίας όχι μόνον μολύνουν με τα αναθυμιάσεις των ολόκληρον τον συνοικισμόν, αλλά και αποτελούν παγίδας διά τους εισερχομένους εντός αυτών, λόγω του σαθρού των πατωμάτων. Τα περισσεύματα δε των βόθρων, μη έχοντα άλλοθεν διέξοδον εκχύνονται εις τας οδούς».

Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα πρώτα χρόνια οι Καισαριανιώτες έπαιρναν νερό από το λεγόμενο «Βρυσάκι», μια βρύση επί της σημερινής οδού Φορμίωνος, στο ύψος του ξενοδοχείου Κάραβελ, από όπου μεταφέρανε το νερό με δοχεία.

Λίγο μακρύτερα, στον χώρο πίσω από το Χίλτον, είχε τοποθετηθεί μια τρόμπα η οποία έστελνε νερό σ’ ένα ντεπόζιτο που βρισκόταν στην οδό «Δύο αδέλφια» (σημερινή Μ. Καραολή) του συνοικισμού.  Στα 1929-1930, τοποθετήθηκαν κάποιες βρύσες σε δημόσιους χώρους και σε ελάχιστα σπίτια.

Ο απότομος διπλασιασμός του πληθυσμού της Αθήνας και του Πειραιά προκάλεσε κολοσσιαία προβλήματα. Στις προσφυγικές συνοικίες δε μπορούσε να γίνει λόγος για έργα υποδομής, ρυμοτομικό σχέδιο ή συγκοινωνιακές γραμμές.

Η Καισαριανή ήταν εκτεθειμένη σε χιλιάδες προβλήματα που δυσκόλευαν την καθημερινότητα των κατοίκων της. Χαρακτηριστικό της άθλιας κατάστασης που επικρατούσε είναι ένα άρθρο της εφημερίδας «Προσφυγικός Κόσμος» που δημοσιεύθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1927.

«Με την παραμικρή βροχή η Λεωφόρος Υμηττού, από του τέρματος του τραμ 12 μέχρι του συνοικισμού Καισαριανής, γίνεται τελείως αδιάβατος».

Στις 4 Δεκεμβρίου 1927, η ίδια εφημερίδα έγραφε:

«οι δρόμοι Ευτυχίδου, Χρεμωνίδου και η κατ’ ευφημισμόν Λεωφόρος Υμηττού γίνονται αδιάβατοι, όταν βρέχει, γεμάτοι λάσπες και λακκούβες…».

Τέλος, ένα άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας στις 26 Οκτωβρίου 1930 μας πληροφορεί ότι οι κάτοικοι Καισαριανής – Υμηττού διαμαρτυρήθηκαν στο Υπουργείο Συγκοινωνίας για την άθλια συγκοινωνία στους οικισμούς τους και ζήτησαν αυτοκίνητα από την εταιρεία «Πάουερ» προκειμένου να εξυπηρετηθεί πληθυσμός 40.000 συνολικά ανθρώπων.

Mετά από έντονες προσπάθειες πρωτολειτούργησε στα 1924-1925 το πρώτο σχολείο, που είναι σήμερα γνωστό ως «παλιά σχολεία». Επρόκειτο για ένα πλινθόκτιστο κτίριο κοντά στο Ρέμα του Ηριδανού και έμοιαζε περισσότερο με παράγκα παρά με εκπαιδευτήριο.

Λόγω των ακαταλληλότητας, το αίτημα για ίδρυση νέου σχολικού συγκροτήματος ήταν πιεστικό και παρότι οι διαδικασίες είχαν ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα, τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν μόλις το 1929.

Αντίθετα με το σχολείο του Βύρωνα που, αν και διέθετε το μισό πληθυσμό της Καισαριανής, στέγαζε 1.300 μαθητές, το σχολείο ήταν δυναμικότητας 1000 μαθητών και ονομάστηκε «Σχολείο Βενιζέλου» σε αναγνώριση της συζύγου του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, Έλενας, η οποία ανέλαβε εξολοκλήρου τα έξοδα της ανέγερσης.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για το σχολείο που ιδρύθηκε στην Καισαριανή και εξυπηρετούσε άτομα με ειδικές ανάγκες. Είναι το σημερινό Eιδικό Πειραματικό Eιδικό Σχολείο, το πρώτο στο είδος του που λειτούργησε στην Ελλάδα και εξακολουθεί ως τις μέρες μας την σημαντική λειτουργία του.

Η ίδρυσή του οφείλεται στη μεγάλη παιδαγωγό και αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης Ρόζα Ιμβριώτη.

Οι διασκεδάσεις και η συλλογικότητα δεν έλειψαν ποτέ. Όπως προαναφέρθηκε, οι εγκατεστημένοι στην Καισαριανή Μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν δραστήριοι άνθρωποι που δεν κάμπτονταν εύκολα από τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζαν.

Το πρώτο γήπεδο ποδοσφαίρου ήταν στην κάτω πλευρά του Σκοπευτηρίου και το ονόμαζαν «Κόροιβο» ενώ τα δοκάρια ήταν, συνήθως πέτρες.

Από το 1924, κι ενώ οι πρόσφυγες αγωνίζονταν για την επιβίωση, εμφανίζονται οι πρώτοι ανεξάρτητοι σύλλογοι με ονομασίες, όπως:

«Τίγρης», «Ανίκητος», «Αρμενική Ένωσις», «Ηρακλής» κ.ά.

Ο πρώτος αθλητικός σύλλογος, που ιδρύθηκε επίσημα στην Καισαριανή, το 1927, από τη Φιλανθρωπική Αμερικανική Οργάνωση Near-East Relief, ήταν ο αθλητικός όμιλος με την ίδια επωνυμία Near-East.

Την αξιόλογη αθλητική δραστηριότητα της Καισαριανής βοήθησε σημαντικά η δημιουργία του «Δημοσίου Πρότυπου Παιδικού Γυμναστηρίου» γνωστού ως Near East.

 

(Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού)