Αρχική / Ο Τόπος μας / Ιστορία / Ο Υμηττός και η Ιστορία του

Ο Υμηττός και η Ιστορία του

Υμηττός – η Καισαριανή πριν τους πρόσφυγες

 

Τοπογραφία – ονομασία

Κάθε μικρή και μεγάλη ιστορία για την Καισαριανή έχει αφετηρία τον Υμηττό που αποτελεί ένα διαχωριστικό τείχος μεταξύ του λεκανοπεδίου της Αθήνας και της πεδιάδας των Μεσόγειων, περιοχών που έχουν  συνεχή κατοίκηση από τη Νεολιθική Περίοδο (6η χιλιετία).

Έχει  συνολική έκταση 81.230 στρεμμάτων και μήκος 20 χλμ., εκτεινόμενος από την Αγία Παρασκευή και τα Γλυκά Νερά, έως τη Βούλα και τη Βάρη.

Το βουνό χωρίζεται από ένα μεγάλο φαράγγι σε δύο μέρη. Στο βόρειο, στο Μεγάλο Υμηττό με ψηλότερη Κορυφή τον Εύζωνα σε υψόμετρο 1.026 μέτρων και στο νότιο ή Άνυδρο Υμηττό η Ελάττωνα, με ύψος 774 μέτρα.

Ο Υμηττός πάντα  χρησιμοποιούνταν ως  μετεωρολογικό βαρόμετρο, δηλαδή βλέποντας την κορυφή του πρόβλεπαν τι καιρό θα κάνει, (Θεόφραστος : «Περί σημείων, υδάτων και πνευμάτων » Γ 43).

Η ονομασία του Υμηττού ήταν διαφορετική για τις εθνότητες που κατοίκησαν ή κατάκτησαν την Αττική.

Οι Έλληνες ονόμασαν στους νεότερους χρόνους το βουνό «Τρελός», οι Τούρκοι «Ντέλη Νταγ» που σήμαινε Τρελοβούνι και οι Φράγκοι «Monte Matto» (Τρελοβούνι) που προφανώς αποτελούσε αλλοίωση του αρχικού (Monte Ymeto). Και οι τρεις αυτές ονομασίες φανερώνουν την αστάθεια των νεφών στην κορυφή του Υμηττού, που αποτελούσε και δείκτη των καιρικών μεταβολών σύμφωνα με την εμπειρική μετεωρολογία της εποχής. Kατά μια άλλη όμως ερμηνεία οφείλει το όνομά του «Tρελός» στην παραφθορά της γαλλικής λέξης tres long (επιμήκης).

 

Μυθολογία

Στον διάλογο Φαίδρος του Πλάτωνα αναφέρεται ότι στις σκιερές του όχθες του Ηριδανού που ξεκινά από τον Υμηττό ότι:

«Οι δρυάδες (από το δρυς), οι αμαδρυάδες, οι ναϊάδες, οι ορειάδες λάτρευαν τη μουσική και τον χορό. Όσοι περαστικοί άκουγαν τα τραγούδια των ξωτικών αυτών έχαναν τα λογικά τους.»

Στη μυθολογία ακόμα αναφέρεται πως ενώ η Αθηνά έκανε το μπάνιο της στα νερά του Ιλισσού δέχθηκε την επίθεση του Ηφαίστου που την είχε ερωτευτεί. Για να τον αποφύγει ανηφόρισε προς τις πλαγιές του Υμηττού. Ο Ήφαιστος την ακολούθησε και η Αθηνά προκειμένου να τον αποκρούσει τον τραυμάτισε με το δόρυ της στο πόδι αφήνοντάς τον κουτσό (κυλλός-κουτσός). Το σπέρμα του όμως έπεσε στο πόδι της θεάς. Εκείνη το σκούπισε με ένα κομμάτι μαλλί, το μετέτρεψε σε σάκο (πήρα) και το πέταξε στη γη που γονιμοποιήθηκε κι έτσι γεννήθηκε ο Εριχθόνιος.

Επίσης, ένας άλλος αρχαίος μύθος αναφέρει και το φόνο της Πρόκριδας, κόρης του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα, από τον άντρα της τον Κέφαλο. Κατά τον μύθο ο Κέφαλος συνήθιζε όταν ανέβαινε στον Υμηττό για κυνήγι, να προσκαλεί ως βοηθό του το σύννεφο, με τη φράση «Ω νεφέλη παραγενού». Η γυναίκα του, που τον παρακολουθούσε, νόμισε πως απευθυνόταν στην ερωμένη του και, προσπαθώντας να την δει κούνησε τους θάμνους πίσω από τους οποίους ήταν κρυμμένη. Ο Κέφαλος νομίζοντας πως ήταν κάποιο θήραμα τη χτύπησε με το ακόντιό του και τη σκότωσε

 

 

(Ερυθρόμορφος κρατήρας του 430-440 π.Χ. που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο και απεικονίζει το θάνατο της Πρόκριδας)

 

Προϊστορία

Στη δυτική πλαγιά του βουνού υπήρχε από την προϊστορική περίοδο μια εξαιρετική βιοκλιματική ζώνη, ένα οικοσύστημα εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς, με άφθονο νερό και θηράματα.

Η περιοχή κατοικούνταν – σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα (λεπίδες και τεμάχια οψιανού λίθου)- από τη νεολιθική εποχή, ενώ το ίδιο το όνομα του βουνού είναι προελληνικής προέλευσης  (όπως αποδεικνύει η κατάληξη –ηττός).

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πελασγικούς οικισμούς στον Υμηττό και στις πέριξ περιοχές: Σφητός, Κίκυνα, Αιξωνή, Σκυρίδες, Πήρα κ.ά (χωρίς να αναφέρεται ο ακριβής τόπος και χρόνος).

 

Αρχαιότητα

Όταν η Αθήνα αρχίζει να αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά, η ευρύτερη περιοχή του Υμηττού εμφανίζεται ως κέντρο λατρείας των αρχαίων θεών, αλλά και ως τόπος υγείας, εξαιτίας των πηγών του Υμηττού που είχαν θεραπευτικές ιδιότητες.

Τις πρώτες γραπτές αναφορές της ονομασίας Υμηττός έχουμε από αρχαίες πηγές όπως του Ηρόδοτου που αναφέρει τους πελασγικούς οικισμούς κοντά στον Υμμητό όπως ο Σφηττός η Πήρα, η Αιξωνή και άλλοι .

Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι στον Υμηττό υπήρχε άγαλμα του Υμηττίου Διός, καθώς και βωμοί του Ομβρίου Διός και του Απόλλωνος Προοψίου.

(Αττικά: «Εν Υμηττώ δε άγαλμά εστί Υμμητιου Διός, βωμοί δε και ομβρίου Διός και Απόλλωνος εισί προοψίου»).

Επίσης ο Παυσανίας βεβαιώνει ότι η βλάστηση του Υμηττού ήταν πολύ κατάλληλη για μέλισσες αναφέροντας χαρακτηριστικά: «όρη δε Αθηναίοις εστί… και Υμηττός, ος φύει νομάς μελίσσαις επιτηδειοτάτας πλην αλαζόνων...»

Ο Θεόφραστος επίσης αναφέρει στο «Περί σημείων , υδάτων και πνευμάτων»  για τους βωμούς του Ομβρίου Δία και Προόψιου Απόλλωνα στον Υμηττό .

Ιερό της Αφροδίτης υπήρξε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, στο χώρο της σημερινής Καλοπούλας.

Η γεωργία και η κτηνοτροφία συμπλήρωναν τις δραστηριότητες.

Τον 8ο αι. π.Χ. παραχωρούνται σημαντικές γαίες στις υπώρειες του Υμηττού και στη συνέχεια επιβάλλεται η δεκάτη, (ο φόρος, δηλαδή του ενός δεκάτου) από τους καρπούς της γης στο κράτος.

Τον 6ο αι. ο Πεισίστρατος, τύραννος των Αθηνών, απαλλάσσει από τη φορολογία της δεκάτης ειδικά τους εποικιστές του Υμηττού, τους κτηνοτρόφους, γεωργούς και τους υπόλοιπους χρήστες της περιοχής.

Στα χρόνια του Πεισίστρατου το 530 π.Χ., μήκους 2.800 μ. κατασκευάστηκε υδραγωγείο και το οποίο αντλούσε νερό από τις πηγές του Υμηττού. Και επιπλέον ο  δημιούργησε δίκτυο διανομής – από αυτό υδρευόταν η  περίφημη Εννεάκρουνος – και αναβρυτήρια. Το νερό έρεε πλέον  άφθονο και επαρκές για τις ανάγκες των κατοίκων της Αθήνας.

Τον 5ο αι ο Πλάτωνας αναφέρει ότι τα βουνά της Αττικής έχουν τόσο υποβαθμιστεί ώστε μοιάζουν με οστά άρρωστου ανθρώπου.
Τον 4ο αι. π.χ. τα λατομεία του Υμηττού ήταν σε λειτουργία.

Το αντικείμενο εκμετάλλευσης, στους χρόνους αυτούς της μεγάλης ανοικοδόμησης της Αθήνας, ήταν το υψηλής ποιότητας κυανότεφρο μάρμαρο του Υμηττού και ο κιτρινωπός ασβεστόλιθος.

 

Στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους ο Yμηττός συνέχιζε, ως ένα βαθμό, να διατηρεί την αίγλη της ως πνευματικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό κέντρο.

 

 

 

 

 

 

 

Για την Καλοπούλα  που επισκέφθηκε  το 26 π. Χ., έγραψε εντυπωσιασμένος ο  Ρωμαίος  ποιητής Οβίδιος τους παρακάτω στίχους:

«Πλησίον των ανθοστεφών και μειδιώντων λόφων

Του Υμηττού ,κρήνη ιερά γλυκύν προχέει ψόφον

Την χλοεράν της πλύνουσαν πράσινην παρυφήν

Άλσος πυκνόν την δρόσον του επί το νάμα χύνει

και κύκλω του λιβανωτίς και δάφνη και μυρσίνη

εις τας μελίσσας δίδουσι το μύρον των τροφήν .

Εκεί ,υπό της πίτυος το φύλλωμα το λάλο

Υπό την πύξον την πυκνήν , έρπει κρυφίως θάλλων

Ο ταπεινόφρων κύτισσος εις θάμνους τρυφερούς

Και όταν πνέη ζέφυρος τους κλώνας του ταράττων

φρίσσει σιγά εξ ηδονής το νέον φύλλωμά των

και ψάλλει άσμα μυστικόν ο συμμιγής των θρους»

 

Βυζάντιο – Λατινοκρατία

Η εμφάνιση και εδραίωση του Χριστιανισμού συνέδεσε την πόλη της Αθήνας με την ειδωλολατρία. Το γεγονός αυτό υποβάθμισε, όπως ήταν φυσικό και τις πνευματικές λειτουργίες της πόλης. Έτσι και η περιοχή πέρασε από μια περίοδο στασιμότητας και στη συνεχεία αλλαγών. Τα προνόμια των Αθηνών έγιναν σεβαστά από τον Μέγα Κωνσταντίνο και ακόμα από τον Μέγα Θεοδόσιο, τον Αρκάδιο και τον Θεοδόσιο τον μικρό παρά τα μέτρα που έλαβαν κατά των Ολυμπιακών αγώνων, των Μυστηρίων της Ελευσίνας κ.λπ.

Η αυτονομία των Αθηνών θα καταργηθεί το 529 μ.Χ. από τον Ιουστιανό. Θα κλείσει με οικονομικό εξαναγκασμό τη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών κι θα σημάνει το τέλος της σαν πόλη της σοφίας.

Στους βυζαντινούς χρόνους εμφανίστηκαν αρκετές μονές και παρεκκλήσια, όπως η Μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου (γνωστότερη ως «Μονή Καισαριανής»), η Μονή των Ταξιαρχών (ή «Μονή Αστερίου»), η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, του Αγίου Γεωργίου Κουταλέα ή Κουταλά κ.ά.

Οι ναοί οικοδομήθηκαν με βάση διάσπαρτα ερείπια αρχαίων ναών και ίσως στη θέση παλιότερων «Φροντιστηρίων», δηλαδή φιλοσοφικών σχολών (για τις οποίες κάνει λόγο ο Μιχαήλ Χωνιάτης το 13ο αιώνα), απόδειξη μιας σταθερής ανθρώπινης παρουσίας από την αρχαιότητα ως το Βυζάντιο.

Η Μονή Καισαριανής, που σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες, οικοδομήθηκε τον 11ο αιώνα μ.Χ. παρέμεινε ορόσημο για την περιοχή και έδωσε το όνομα στην πόλη που ιδρύθηκε για πρώτη φορά το 1923 από του Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Το μοναστήρι Καισαριανής είχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη και αποτέλεσε σημαντικό κέντρο φιλοσοφίας, όπου διδάξαν σημαίνοντες φιλόσοφοι και λόγιοι της εποχής (Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός κ.ά.).

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ Βυζαντινά  μνημεία της Kαισαριανής

Κατά τη μακρά περίοδο της  δυτικής κατοχής γνωστής σας Φραγκοκρατίας – γαλλική κυριαρχία (1205-1311), Καταλωνική (1311-1387), Φλωρεντινή (1387-1456) κατά την οποία επικράτησαν και οι Βενετοί για μια μικρή περίοδο 8 ετών-   υποβαθμίστηκαν και οι λειτουργίες και οι δραστηριότητες των Μοναστηριών της περιοχής.

 

Οθωμανική περίοδος

Το 1458 οι Τούρκοι κατακτούν την Αθήνα και εδραιώνουν την κυριαρχία τους Ο περίφημος Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί της αφιερώνει μερικές γραμμές στο βιβλίο του Ταξίδι στην Ελλάδα: «Στους πρόποδες του Ντελί-Νταγ (σημ. «βουνό των τρελών», δηλαδή ο Υμηττός) υπάρχει ένα παλιό και φημισμένο μοναστήρι. Εκεί μαζεύονται οι Χριστιανοί και εκτελούν τις θρησκευτικές τους τελετές. Σ’ όλη την χώρα των γκιαούρηδων ρωμιών, η μονή είναι γνωστή ως κοτς-μπασί (κεφάλι κριαριού). Και σαν το κλίμα, και το νερό της, δεν βρίσκεις πουθενά αλλού στον κόσμο».

O Υμηττός σε χαλκογραφία του 17ου αι.

 

Ο ναός της Αγροτέρας Αρτέμιδος στον Ιλισσό, στο σημερινό Μετς κοντά στο δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα προς τον Υμηττό. 1808, J. Stuart et N. Revett Πηγή: Ιδρύματος Λασκαρίδη

 

 

Νεότερη ιστορία

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1832) και την καθιέρωση της Αθήνας ως πρωτεύουσας το 1834, εξαιτίας των αλλεπάλληλων μεταβολών, μέχρι και τα  τέλη του 19ου αιώνα, η δυτική πλαγιά του Yμηττού δεν κατοικήθηκε ούτε αναπτύχθηκε στο παραμικρό.

Κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα μάλιστα έκλεισαν με διάταγμα (που προέβλεπε το κλείσιµο όλων των Μονών που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς της τότε ελληνικής επικράτειας) και τα Μοναστήρια του Υμηττού με αποτέλεσμα το μαρασμό και την καταστροφή.

Άποψη το Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλου (Παναγιά η Σπηλιώτισσα). Στα δεξιά διακρίνεται η Πύλη του Αδριανού και ο Ναός του Ολυμπίου Διός 1843 – 1844.

(Χρονολογία έκδοσης 1867 – Έκδοση REY, Etienne. Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & A. Chenavard, architecte, Professeurs à lEcole des BeauxArts de Lyon, membres de lAcademie des Sciences, BellesLettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, τ. ΙΙΙ, Λυόν, Louis Perrin, MDCCCLXVII [=1867]).

Στα μέσα του 19ου αιώνα, με βάση την περιγραφή του αρχαιολόγου Edmund About, ο Υμηττός είναι «ένα θλιβερό βουνό […] ούτε ένα δέντρο, ούτε μία λόχμη»

«Γιορτή της Πεντηκοστής στην Καισαριανή». Λιθογραφία από σχέδιο του G. Cochrane. Χαράκτης: Day & Haghe, Α. Picken 1837. Wanderings in Greece by George Cochrane. Fête of the Pentecost, at Kaisariani, Λεύκωμα 059.

28-05-1836

 

Ιδιαίτερα κατατοπιστικό είναι το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Το Θαύμα της Καισαριανής» (1901), όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων και η λαϊκή δοξασία για το θαυματουργό νερό των πηγών του Υμηττού:

«Ήταν μια σπηλιά ωραία, στον βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, σχοίνους και αγριοδυόσμους. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άντρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί και έκαναν το σταυρό τους. Το νερό ήταν δροσερό, γλυκό νερό, αγίασμα. Είχε μια μοσχοβολιά, που δεν ξαναέγινε…».

 

 

 

(Το διήγημα του μεγάλου πεζογράφου αναφέρεται στο ξωκλήσι της Ανάληψης, λίγο πιο πάνω από την Μονή Καισαριανής).

Η τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα η Καισαριανή είχε ποώδη βλάστηση και ήταν άδενδρη εξαιτίας της συστηματικής υλοτομίας και της κτηνοτροφίας, βραχώδης, δασώδης και ερημική, με εξαίρεση τις πηγές του (χαμένου σήμερα) Ηριδανού, όπου υπήρχε άφθονη βλάστηση και πλούσια πανίδα μαζί με τις δασωμένες πλαγιές του Υμηττού.

Η ευρύτερη περιοχή – που δεν ήταν βοσκότοπος -χρησιμοποιούνταν, κατά κύριο λόγο, από το στρατό, αλλά εξυπηρετούσε και ανάγκες του κράτους.

Μέχρι την περιοχή του ξενοδοχείου Χίλτον υπήρχαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ στο ανατολικό άκρο της Αθήνας δέσποζαν οι στρατώνες στο Γουδί και τα Ιλίσια, ενώ ο οικιστικός ιστός έφτανε μέχρι τα σπίτια της Πλατείας Μεσολογγίου στο Παγκράτι και τον μικρό συνοικισμό του Ζωγράφου από τα τέλη του 19ου αι.

 

Το νοσοκομείο Συγγρού, (το οποίο ήταν δωρεά  της Ιφιγένειας Α. Συγγρού εις μνήμην του συζύγου της Ανδρέα Συγγρού και  εγκαινιάστηκε το 1910), συμπλήρωνε την εικόνα της περιοχής. Το νοσοκομείο χρησίμευε για τη θεραπεία απόρων που έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα.

 

Η Ακρόπολη από τον δρόμο προς την Καισαριανή την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. Μια σπανιότατη φωτογραφία που απεικονίζει το δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα προς το Μοναστήρια της Καισαριανής. Πιθανά να συνδέεται με την τοποθεσία που βρίσκεται η σημερινή λεωφόρος Εθνικής Αντίστασης.

Από την έκδοση Des Cyclades en Crète au gré du vent BAUD-BOVY, Daniel, BOISSONNAS, Frédéric., Γενεύη, Boissonnas & Co, 1919. Σελίδα 21. Χρονολογία έκδοσης 1919 – Συλλογή Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΟ: http://el.travelogues.gr/item.php?view=45410

 

Η απογραφή του 1920, στον οικισμό δείχνει μόλις 11 κάτοικους. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες οι κάτοικοι αυτοί έμεναν από τις αρχές του 20ου αι. στην περιοχή που βρίσκεται απέναντι από τα Δημοτικά Σχολεία επί της οδού Ηρώς Κωσνταντοπούλου, καθώς επίσης υπήρχαν μεμονωμένα ποιμνιοστάσια και μικρές κατοικίες στο λόφο που δεσπόζει στην οδό Φορμίωνος.

Στην περιοχή που χτίστηκε αργότερα η εκκλησία του  Αγ. Νικολάου υπήρχαν αποθήκες υλικού πολέμου και τρεις κρατικές φαρμακαποθήκες.

Στις υπώρειες του Υμηττού, στην περιοχή του Βλητικού Σταθμού (στο ύψος του σημερινού νεκροταφείου) υπήρχαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Η πευκόφυτη περιοχή της Καισαριανής χαρακτηρίστηκε αναδασωτέα το 1917. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς η Μικρασιατική τραγωδία του 1922 προκάλεσε το τεράστιο κύμα προσφύγων, μέρος του οποίου δημιούργησε συνοικισμούς στις αναδασωτέες αυτές εκτάσεις.