περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Τετάρτη, 17 Απριλίου | 3:03πμ

Η εγκατάσταση των προσφύγων και η αναδιάρθρωση του δημογραφικού και κοινωνικού τοπίου  στη μεσοπολεμική Ελλάδα

Ομιλία Βύρωνα Κοτζαμάνη, Δημογράφου, Ομότιμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στο ολοήμερο του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής, υπό τον συντονισμό του Ομότιμου Καθηγητή του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Δημήτρη Ησαΐα με γενικό τίτλο “Προσφυγικοί καταυλισμοί και συνοικίες: μεταμορφώνοντας το Ελληνικό Αστικό και Αγροτικό Τοπίο”

Η δεκαετία του 1920 (μικρασιατική καταστροφή, ανταλλαγή πληθυσμών και εγκατάσταση στον ελλαδικό χώρο των προσφύγων) αποτελεί μαζί με την εικοσιπενταετία 1896-1920 (υπερπόντια μετανάστευση, αποκλεισμός της χώρας μας στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, γρίπη του 1918-19 και βαλκανικοί πόλεμοι) και την δεκαετία του ’40 (κατοχή και εμφύλιος)μια από τις τρεις βαρύνουσας σημασίας περιόδους που σημάδεψαν τη δημογραφική ιστορία της χώρας μας, από τη σύσταση του Ελληνικού Βασίλειου.

Στην δεκαετία του ’20η εισροή σχεδόν 1,4 εκατομ. προσφύγων, που ανταλλάχθηκαν με 450 χιλ. περίπου μουσουλμάνους και σλαβόφωνους, σε μια χώρα εξασθενημένη από μια δεκαετία συνεχών πολέμων, δημιούργησε ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στη  σύγχρονη ιστορίας μας, με άμεσες συνέπειες και στις δημογραφικές μας εξελίξεις. Σε μια περίοδο που η μετανάστευση είναι σχεδόν αδύνατη, το «προσφυγικό» θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δημογραφική πορεία της Ελλάδας, όχι μόνον τις δύο προ της εκκίνησης του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου δεκαετίες αλλά και τις αμέσως επόμενες. Ειδικότερα, αν και η ανταλλαγή των πληθυσμών δεν οδήγησε σε ριζικές αλλαγές των ηλικιακών δομών (οι πληθυσμιακές πυραμίδες του 1920 και του 1928 δεν χαρακτηρίζονται από σημαντικές διαφορές), εντούτοις επηρέασε τη θνησιμότητα και τη γεννητικότητα και οδήγησε και στην αλλαγή της αναλογίας ανάμεσα στα δυο φύλα (υπεροχή των γυναικών). Επηρέασε ιδιαίτερα όμως την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού και την κατανομή του στο χώρο, μετασχηματίζοντας το οικιστικό μας δίκτυο. Θα εκθέσουμε συνοπτικά κάποιες από τις μεταβολές αυτές, εκκινώντας από μια παρουσίαση των μεγεθών και της κατανομής στον χώρο των προσφύγων μέσω της αστικής/αγροτικής αποκατάστασης, καθώς και των κριτηρίων και των στόχων των φορέων που τις υλοποίησαν.

1. Τα δεδομένα

Ο συνολικός εκτιμώμενος αριθμός των προσφύγων που έφθασαν στην Ελλάδα είτε πριν είτε αμέσως μετά τη μικρασιατική καταστροφή, είτε ακόμη ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάννης, ανέρχεται σε 1,4 εκατομ. άτομα. Η επίσημη στατιστική (Γενική Στατιστική Υπηρεσία  της Ελλάδας) τους εμφανίζει λιγότερους, καθώς εκτιμάται ότι το σύνολο που «διέφυγαν» της απογραφής του1928 ανέρχεται σε 200-250 χιλ. άτομα. Στην πρώτη κατηγορία αυτών ανήκουν περίπου οι 50 χιλ. Αρμένιοι που μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στη Σοβιετική Αρμενία και οι Έλληνες που μετανάστευσαν σε άλλες χώρες. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται 175-200 χιλ. προερχόμενοι προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη και άλλες μεγάλες πόλεις, οι οποίοι διέθεταν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για να εγκατασταθούν αυτόνομα στην Ελλάδα. Σύμφωνα πάντως με τις επίσημες στατιστικές, μέχρι το 1920 είχαν προστεθεί στον γηγενή πληθυσμό 50 χιλ. πρόσφυγες, την τριετία 1920-1922 152 χιλ., ενώ από το 1922 μέχρι και την απογραφή του 1928, 1,070 εκατομ. Την αντίθετη πορεία, με την εφαρμογής της Συνθήκης της Λοζάνης, είχαν 387.000 μουσουλμάνοι και 52.000 Βούλγαροι εγκατεστημένοι στη μεγάλη πλειοψηφία τους στην Μακεδονία (439 χιλ.), με βάση πάντοτε τις επίσημες στατιστικές

Ο χρόνος έλευσης των προσφύγων και η αστική ή αγροτική τους “προέλευση” θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην αποκατάστασή τους[1]. Ειδικότερα, οι πρόσφυγες μπορούν να ενταχθούν σε σχηματικά σε τρεις μεγάλες ομάδες: α) σε όσους ήρθαν πριν το 1922 προερχόμενοι είτε από την  Βουλγαρία, την Ρωσία και τον Καύκασο, β) σε αυτούς που ήρθαν από την Τουρκία (πριν η αμέσως μετά τον Αύγουστο του 2022 αλλά προ της υπογραφής της Συμφωνίας της Λωζάννης ) και γ)οι «ανταλλάξιμοι» βάση της Συμφωνίας που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της (Ιούλιος 2023). Οι εντασσόμενοι στην πρώτη ομάδα μπόρεσε να διασώσει μέρος της κινητής του περιουσίας –όπως και οι «ανταλλάξιμοι»-, σε αντίθεση κυρίως με εκείνους που εκδιώχθηκαν  από την Ιωνία υπό τραγικές συνθήκες τον Σεπτέμβριο του 2022. Όσον αφορά την αστική ή αγροτική τους προέλευση, που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό στη συνέχεια το αν θα ενταχθούν στην αστική ή την αγροτική αποκατάσταση, η υφιστάμενη στις αρχές της δεκαετίας του 1929 διχοτομική κατάταξη του ελλαδικού πληθυσμού σε αγρότες και αστούς δεν ήταν εξίσου προφανής για τους προερχομένους κυρίως από την Μικρά Ασία πρόσφυγες. Αν όσοι προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο, τη Βουλγαρία και τον Καύκασο (το 44% του συνόλου των απογραφέντων –Πίνακας 1) ήταν στην πλειοψηφία τους αγρότες, οι προερχόμενοι από τη. Μικρά Ασία -που αποτελούσαν και την πολυπληθέστερη ομάδα – το 55% σχεδόν του συνόλου- ήταν είτε αστικοί πληθυσμοί είτε πληθυσμοί που ασχολούνται μερικώς με την γεωργία και μερικώς με το εμπόριο ή τη ναυτιλία και την αλιεία. Σύμφωνα δε με έκθεση της Κοινωνίας των Εθνών (KτE) του 1926 (Société des Nations, L’établissement des réfugiés en Grèce), αν ανάμεσα στους Μικρασιάτες υπερείχαν τα αστικά επαγγέλματα, υπήρχαν και αγρότες που εξασφάλιζαν τα προς το ζην εργαζόμενοι και στις πόλεις, ή ακόμη και άτομα που ασκούσαν κάποιο αστικό επάγγελμα (αν και κατείχαν κάποιο μικρό κτήμα το οποίο όμως δεν καλλιεργούσαν οι ίδιοι, οι αναφερόμενοι και ως «αστογεωργοί»). Υπήρξε δε προσπάθεια να«μετασχηματιστεί» ένα μέρος των αστών προσφύγων σε παραγωγικούς καλλιεργητές ώστε να μειωθεί ο υπερπληθυσμός των πόλεων και να «αποφευχθεί η δημιουργία ανώμαλων και επικίνδυνων καταστάσεων…»όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα έκθεση της ΚΤΕ. Ο «μετασχηματισμός» αυτός είχε όμως σημαντικότατες συνέπειες στη συνέχεια: εγκατάλειψη της υπαίθρου, αστικοποίηση και μαζική συμμετοχή στην μεταπολεμική μετανάστευση (B. Kotzamanis, Le mouvement migratoire dans la Grèce de l’après-guerre: Antécédents migratoires, mécanismes “libérateurs” et conditions permissives au départ durant les années cinquante – soixante dix. Thèse es Lettres et Sciences Humaines, Paris, 1989)

Πίνακας 1: Χώρες προέλευσης των προσφύγων, Απογραφή 1928

 Σύνολο (χιλ.)%<1922%>1922 (χιλ.)%
Μικρά Ασία626,9651,337,7324,8589,2355,1
Θράκη256,6421,027,0617,8229,5821,5
Εύξεινος Πόντος182,1714,917,5311,5164,6415,4
Βουλγαρία49,044,020,9813,828,052,6
Καύκασος47,093,932,4221,314,671,4
Κωνσταντινούπολη38,463,14,112,734,353,2
Ρωσία11,440,95,213,46,220,6
Σερβία6,060,54,613,01,450,1
Αλβανία2,500,21,61,10,90,1
Δωδεκάνησα0,740,10,360,380,0
Ρουμανία0,720,10,270,460,0
Σύνολο1221,85100,0151,89100,01.069,96100,0

Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, Στατιστική Επετηρίδα 1935

2. Η κατανομή των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο

Η γεωγραφική κατανομή των απογραφέντων. προσφύγων το 2028 ενίσχυσε το ειδικό βάρος της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και του δίπολου Αθήνας-Πειραιά, Ειδικότερα, στην απογραφή του 2028, το 86% του προσφυγικού πληθυσμού βρίσκεται εγκατεστημένο σε τρεις από τις δέκα περιφέρειες της Ελλάδος: το 52% (638 χιλ.) εγκαθίσταται στη Μακεδονία, το 25% (306 χιλ.) στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια, και σχεδόν το 9% (108 χιλ.) στην Δυτική Θράκη. Η ανισοκατανομή των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο είναι ακόμη πιο έντονη στα χαμηλότερα διοικητικά επίπεδα, καθώς, σε επίπεδο νομών (Πίνακας 2), το 80% συγκεντρώνεται σε 10 από τους 35 νομούς της χώρας (το 34,5% της συνολικής της έκτασης), ενώ σχεδόν οι μισοί πρόσφυγες (το 44,5%) βρίσκονται σε δύο μόνο νομούς (Αττικής-Βοιωτίας και Θεσσαλονίκης). Η ιδιαιτέρα υψηλή συγκέντρωση στον πρώτο εξ αυτών (23%) οφείλεται αποκλειστικά στην αστική αποκατάσταση στο δίπολο Αθήνα- Πειραιά, στον δε δεύτερο (21,3%) κυρίως στην αστική αποκατάσταση στην Θεσσαλονίκης και δευτερευόντως στον αγροτικό εποικισμό της ενδοχώρας της. Σε δυο δε νομούς τα Μακεδονίας (Καβάλας, και Δράμας) το  ποσοστό των προσφύγων στον συνολικό τους πληθυσμό υπερβαίνει το 60%, ενώ στους υπολοίπους της περιφέρειας  αυτής -με εξαίρεση τον νομό Φλώρινας- το 30%.

Πίνακας 2. Πρόσφυγες & πληθυσμός της ‘Ελλάδας στους νομούς (απογραφή 1928)

 ΠληθυσμόςΠρόσφυγες % του πληθυσμού του νομού % στο σύνολο του προσφυγικού  πληθυσμού
Αρκαδία16614110410,630,085
Άρτα525963390,640,028
Λακωνία14433614461,000,118
Ζάκυνθος404924361,080,036
Κεφαλλονιά664147161,080,059
Τρίκαλα21474827861,300,228
Μεσσηνία24790748321,950,395
Κέρκυρα10625121492,020,176
Φθιώτιδα-Φωκίδα19367145532,350,373
Λασίθι6816717192,520,141
Αιτωλία -Ακαρνανία22005556262,560,460
Γιάννενα18041850082,780,410
Πρέβεζα7962028323,560,232
Κυκλάδες12970247823,690,391
Αχαΐα-Ηλεία320623136074,241,114
Αργολίδα-Κορινθία17432074364,270,609
Αγιο Όρος48582505,150,020
Ρέθυμνο6818043446,370,356
Χανιά11151382467,390,675
Εύβοια154449140259,081,148
Σάμος70497722810,250,592
Λάρισα2784653187311,452,609
Ηράκλειο1385671959114,141,603
Φλώρινα1257221910515,201,564
Χίος756801390018,371,138
Λέσβος1615573548521,962,904
Αττική-Βοιωτία102466728198927,5223,079
Χαλκιδική647991892829,211,549
Κοζάνη1665235305131,864,342
Ροδόπη1804415977833,134,892
Έβρος1227304782938,973,914
Σέρρες1827108172444,736,689
Θεσσαλονίκη53998625970848,1021,255
Πέλλα971675235753,884,285
Καβάλα1191407469262,696,113
Δράμα1115727843870,306,420
Ελλάδα6204684122184919,69100,000

Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, Στατιστική Επετηρίδα 1930

3. Αστική και αγροτική αποκατάσταση

3.1 Η αστική αποκατάσταση

Στην απογραφή του 1928, 603 χιλ. πρόσφυγες διαμένουν σε Δήμους ή Κοινότητες με πληθυσμό μεγαλύτερο των 10 χιλ. Η κατανομή τους στο επίπεδο  αυτό (Πίνακας 3 )είναι εξαιρετικά άνιση, καθώς το 81% συγκεντρώνεται μόλις σε 9 από τους 44 Δήμους  της χώρας και το 60% στους Δήμους Αθήνας-Πειραιά-Καλλιθέας (το 41%) και στον Δ. Θεσσαλονίκης (το 19,5%). Το υπόλοιπο 21% εντοπίζεται σε 7 δήμους (Καβάλας, Δράμας, Ξάνθης, Μυτιλήνης, Σερρών, Ηρακλείου και Βόλου) και το εναπομείναν 19% στους άλλους 34 Δήμους. Έτσι, με την αστική αποκατάσταση, ο αστικός πληθυσμός υπερβαίνει το 30% του συνολικού, η δε συμβολή των προσφύγων στην αύξησή του ανάμεσα στο 1920 και το 1928 (κατά 72%) είναι καθοριστική, με αποτέλεσμα οι πρόσφυγες να αποτελούν σχεδόν το 1/3 του συνολικού αστικού πληθυσμού της χώρας. Η αστική αποκατάσταση ενίσχυσε, επομένως, τις πρότερες τάσεις αστικοποίησης και συνέτεινε σημαντικά στην πληθυσμιακή ενίσχυση του δίπολου Αθήνας-Πειραιά, ο πληθυσμός του οποίου αυξάνεται σε μια μόλις οκταετία κατά 77%.

Πίνακας 3: Κατανομή του αστικού προσφυγικού πληθυσμού το 1928

Δ. Αθηναίων-Πειραιώς-Καλλιθέας40,8
Δ. Θεσσαλονίκης19,4
Δ. Καβάλας4,8
Δ. Δράμας3,8
Δ. Ξάνθης2,5
Δ. Μυτιλήνης2,5
Δ. Σερρών2,5
Δ. Ηρακλείου2,3
Δ. Βόλου (χωρίς την Ν. Ιωνία) )2,3
Σύνολο 181,0
Σύνολο2 (Λοιποί 35 Δήμοι)19,0
Σύνολο100,0

Πηγή: Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, Απογραφής 1928, Ιδία επεξεργασία

Η αστική αποκατάσταση ξεκινά με Ταμείο Περίθαλψής Προσφύγων (ΤΠΠ) που λειτούργησε από το 1923 έως το 1925, με το 85% σχεδόν του συνόλου των διαθέσιμων πόρων να διατίθεται στην Αθήνα και τον Πειραιά. Το Ταμείο, που όπως αναφέρει και ο Α. Δοξιάδης «βρίσκεται κάτω από την διεύθυνση τραπεζιτών και βιομηχάνων στους οποίους αφήσαμε κάθε ελευθερία να διευθύνουν εμπορικά την επιχείρηση», ξεκίνησε με την κατασκευή παραπηγμάτων και συγκροτημάτων από σκηνές, και συνέχισε με την κατασκευή 33,6 χιλ. κατοικιών (καθώς και 7,5 χιλ. προσωρινών) κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά (τα ¾ του συνόλου). Η αστική αποκατάσταση συνεχίσθηκε από την ΕΑΠ με την οικοδόμηση και διάθεση 27,6 χιλιάδων κατοικιών σε 118 συνοικισμούς ενώ, μετά τη διάλυση της Επιτροπής, ολοκληρώθηκε από το Υπουργείο Πρόνοιας (στέγαση 63,5 χιλ. προσφυγικών οικογενειών το 1931-1940 και προσθήκη το 1950-1959 άλλων περίπου 10 χιλ. κατοικιών με το σύστημα της αυτοστέγασης + 1100 διαμερισμάτων των σε πολυκατοικίες, το 80% στην Αθήνα). Οφείλουμε ταυτόχρονα να σημειώσουμε 1) την παράλληλη «λύση» του προβλήματος στέγης των εγκατεστημένων σε αστικό περιβάλλον προσφύγων μέσω της αυθαίρετης δόμησης με την κατάληψη ελεύθερων χώρων, δημοσίων και ιδιωτικών, εντός η εκτός σχεδίου πόλης, κυρίως γύρω από τους «επίσημους» προσφυγικούς οικισμούς και 2) την έμφαση, από ένα σημείο και μετά, από τους εμπλεκομένους στην αστική αποκατάσταση φορείς στην καλλιέργεια και ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης που είχε ως άμεση συνέπεια και την δημιουργία χρεών, γεγονός που επιτρέπει στην Γκιζέλη να ισχυρισθεί ότι «αυτό ήταν και το αντίτιμο της ένταξης των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία»(Β. Γκιζέλη, Κοινωνικοί Μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα, Αθήνα, 1984).

3.2. Η αγροτική αποκατάσταση και ο εποικισμός της υπαίθρου

Για να εκκινήσει ο εποικισμός της υπαίθρου, το κράτος θα έπρεπε να παραχωρήσει στην ΕΑΠ 500 χιλ. εκτάρια καλλιεργήσιμης γης. Ως τον Δεκέμβριο δε του 1928 είχε παραχωρήσει συνολικά 839 χιλ. εκτάρια (εκ των οποίων το 60% ήταν καλλιεργήσιμα, στην πλειοψηφία τους στην Θεσσαλία.  

Πίνακας 3: Εκτάσεις που παραχωρήθηκαν από το κράτος για την αγροτική αποκατάσταση (1928)

 Καλλιεργήσιμες (χιλ. εκτάρια)Σύνολο εκτάσεων (χιλ. εκτάρια)%καλλιεργήσιμων
Σύνολο503.5839.060,0

Πηγή: Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, Στατιστική Επετηρίδα 1930

Το 1930, όταν διαλύεται η ΕΑΠ, οι παραχωρημένες από το Ελληνικό κράτος εκτάσεις είχαν αυξηθεί κατά 25 χιλ. εκτάρια, και η συνολικά παραχωρημένη γη έφτασε τα 865 χιλ. (καλλιεργήσιμα και μη). Μέχρι δε το τέλος του 1938, ο συνολικός αριθμός των εγκατεστημένων προσφυγικών οικογενειών στο πλαίσιο της αγροτικής αποκατάστασης ανέρχεται σε 167 χιλ. Ως βασικός φορέας υλοποίησης, η ΕΑΠ είχε εγκαταστήσει ως τον Ιούλιο του 1929 144 χιλ. οικογένειες προσφύγων με 570 χιλ. άτομα σε 1.997 συνοικισμούς, ενώ η εγκατάσταση των υπολοίπων έγινε από το Υπουργείο Γεωργίας. Από τους οικισμούς αυτούς, οι 943 ήταν παλιά εγκαταλελειμμένα χωριά, οι 424 ήταν νέοι, και οι 540 δίπλα σε χωριά γηγενών. Τέλος, ΕΑΠ και κράτος παραχώρησαν για την εγκατάσταση των οικογενειών και 131,5 χιλ. σπίτια, από τα οποία τα 65,5 χιλ. ήταν ερειπωμένες και ακατοίκητες ιδιοκτησίες μουσουλμάνων και άλλων ανταλλάξιμων από τη Μακεδονία και τη Θράκη, 52,5χιλ. κατασκευάσθηκαν από την ΕΑΠ[2] και 13,5 χιλ. από το κράτος. Η ελληνική κυβέρνηση μεταβίβασε στην ΕΑΠ επίσης όλα τα δικαιώματα κυριότητας των γεωργικών περιοχών εγκατάστασης των προσφύγων, η τελευταία δε διαχειρίστηκε τις παραχωρηθείσες γαίες μέχρι τη ρύθμιση των χρεών τους προς αυτήν -το ποσό από την εξόφληση θα ενσωματωνόταν στο λογαριασμό του προσφυγικού δανείου-, απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση της πλήρους ιδιοκτησίας. Όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα δεδομένα (Πίνακας 4), το 90% του «επωφελουμένου» πληθυσμού στο πλαίσιο της αγροτικής αποκατάστασης εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη (υλοποίηση του στόχου της εθνικής ομοιογένειας).

Πίνακας 4 : Κατανομή προσφυγικών οικογενειών ανά περιοχές εποικισμού της υπαίθρου

Περιοχές εποικισμούΟικογένειες (%)Μέλη%Οικισμοί %
Μακεδονία8717060,1433909458,58105552,83
Θράκη *[3]4279029,5217906030,9456228,14
Ήπειρος13940,9644600,77261,30
Θεσσαλία20931,44102381,77522,60
Στερεά45813,16186543,22502,50
Πελοπόννησος12180,8446840,81150,75
Νησιά του Αιγαίου9450,6536960,64170,85
Κρήτη47573,28189383,2722011,02
Σύνολο144948100,005788241001997100

Περιλαμβάνονται και οι Ν. Δράμας και Καβάλας

Πηγή: Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, Στατιστική Επετηρίδα 1930

Θεωρητικά, το μέγεθος του κλήρου θα έπρεπε να επαρκέσει, τόσο για την επιβίωση των μελών της προσφυγικής οικογένειας όσο και για την εξόφληση των χρεών προς την ΕΑΠ. Η έκταση που διανεμήθηκε στις οικογένειες αυτές (κατά μέσο όρο 33 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης) διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και αποτελούσε άμεση συνάρτηση της ποιότητας του εδάφους και του είδους της καλλιέργειας. Οι κύριοι λόγοι δε που συνέβαλαν στη μερική αποτυχία της αγροτικής αποκατάστασης ήταν α) η χωροθέτηση των αγροτικών συνοικισμών χωρίς παραγωγικά κριτήρια (κλασσικό παράδειγμα ο εποικισμός του ορεινού τμήματος της Ροδόπης και της Πίνδου), β) το μικρό μέγεθος και η μεγάλη κατάτμηση του κλήρου που ώθησαν σε μονοκαλλιέργεια και γ)η ένταξη στην αγροτική αποκατάσταση συχνά προσφύγων αστικής προέλευσης, μια συνειδητή επιλογή της ΕΑΠ με στόχο την αποφυγή των κινδύνων που θα δημιουργούνταν από«…τα πλήθη των ανέργων που κυκλοφορούσαν άσκοπα στις διογκωμένες πόλεις…»  και από τη συσσώρευση των προσφύγων στο δίπολο Αθήνας-Πειραιά  καθώς «… μολονότι η περιοχή αυτή έχει δείξει μεγάλη αφομοιωτική δύναμη θα ήταν παρ’ όλα αυτά ευκταίο να αναχαιτιστεί η απότομη ανάπτυξη της γιατί θα μπορούσε να γίνει πηγή κοινωνικών και οικονομικών κινδύνων για τη χώρα…» (Société des Nations, L’établissement des réfugiés en Grèce, Genève, 1926). Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής αποτυπώνονται και σε δυο έρευνες που διεξήγαγε η Επιτροπή στη Μακεδονία και την Κρήτη. Στην πρώτη εξ αυτών επι 19.500 οικογενειών (το ¼ σχεδόν όσων εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία), το  50% πριν τη εγκατάστασή τους δήλωσα αγρότες, το 25% απασχολούμενοι μερικώς με τη γεωργία, και το υπόλοιπο 25% αστικα επαγγέλματα ενώ στην δεύτερη που διεξήχθη σε 5.000 οικογένειες τα ποσοστά ήταν ελάχιστα διαφοροποιημένα (50, 35 και 15% αντίστοιχα). Η εγκατάσταση αστών προσφύγων ως αγρότες συνέτεινε εκτός των άλλων, και στη ταχεία εγκατάλειψή τους καθώς πολλοί από τους αγρο-αστούς/αστούς οδηγήθηκαν γρήγορα στη λύση της ενοικίασης της εκμετάλλευσής τους σε γηγενείς ή σε άλλους πρόσφυγες και στην εγκατάσταση τους σε αστικά κέντρα. Η ΕΑΠ είχε μεν συνειδητοποιήσει τη δυσκολία της μετατροπής αστών σε αγρότες κατά την υλοποίηση των στόχων της αλλά επέμενε, πιστεύοντας  ότι «αυτό είναι μεν δύσκολο, αλλά τα παιδιά τους θα τα καταφέρουν καλύτερα από τους ίδιους» (Société des Nations, op.cit).

3.3. Τα κριτήρια της κατανομής των προσφύγων στον χώρο και οι γενικότεροι στόχοι (ρητοί και άρρητοι) της αποκατάστασής τους

Κατά την γνώμη μας, τα βασικά κριτήρια της κατανομής στον χώρο των προσφύγων ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τους στόχους της αποκατάστασης όπως αυτή υλοποιήθηκε από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της εποχής, και τις επιδιώξεις τους για διευρυμένη αναπαραγωγή του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και του αστικού πολιτικού συστήματος, με δεδομένους και κάποιους  καταναγκασμούς, και κυρίως: ι) τη διαθεσιμότητα των γαιών με δεδομένη αφενός μεν την αγροτική μεταρρύθμιση που προηγήθηκε της μικρασιατικής καταστροφής (1917), αφετέρου δε τις εγκαταλείφθηκες από τον μουσουλμανικό (με εξαίρεση αυτόν της Θράκης) και βουλγαρικό πληθυσμό γαίες για την αγροτική αποκατάσταση, και ιι) τους διαθέσιμους πόρους και τους όρους που έθεσαν οι κύριοι δανειστές (ΚτΕ και ΗΠΑ) για την έκδοση των δανείων που χρησιμοποιήθηκαν.

Η βιβλιογραφία στη χώρα μας για το θέμα αυτό επικεντρώνεται κυρίως σε κάποιους από τους τότε υφιστάμενους καταναγκασμούςκαι τους στόχους (αμέσους ή απώτερους), ή ακόμη και σε κάποιες από τις επιπτώσεις των πολιτικών που ασκήθηκαν, και, κυρίως : ι) στη διαθεσιμότητα των αγροτικών γαιών, ii) στην ανάλυση των όρων των δανειστών, iii) στην επίτευξη της «εθνικής ομοιογένειας» (εποικισμός Δυτικής Μακεδονίας και Θράκης), iv) στις εκλογικές σκοπιμότητες (ενίσχυση των βενιζελικών χωρίς αλλαγή των εκλογικών περιφερειών αρχικά, των αντιπάλων τους με την αλλαγή τους στη συνέχεια), v) στον ταχύτατο μετασχηματισμό του οικιστικού δικτύου και, ειδικότερα, στη χωροθέτηση των περιοχών αστικής αποκατάστασης στις παρυφές του υφιστάμενου οικιστικού ιστού (έξω από τα όρια των εγκεκριμένων σχεδίων πόλης), στους λογούς που την επέβαλαν (απομόνωση των προσφύγων, διαίρεση του χώρου με ταξικά κριτήρια, αποφυγή ενδεχόμενων κοινωνικό-οικονομικών αναταραχών) και στις σχέσεις ανάμεσα στις περιοχές αυτές (κοντά σε υφιστάμενες βιομηχανικές μονάδες ή και σε περιοχές που θα επέτρεπαν την ταχύτατη εγκατάσταση νέων μονάδων έχοντας στόχο την ενίσχυση της βιομηχανικής παραγωγής με την διάθεση φτηνής εργατικής δύναμης-κυρίως γυναικών, χήρων, ορφανών και ανήλικων μετά την άρση και των ευεργετικών διατάξεων του 1911 για την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων–βλ. ενδεικτικά τα παρατιθέμενα στοιχεία της ΚΤΕ για τους οικισμούς Βύρωνα, Καισαριανής, Ν. Ιώνιας και Κοκκινιάς της ΕΑΠ το 1926, Πίνακες 5 και 6)

Πίνακας 8. Πληθυσμός και απασχόληση σε 4 προσφυγικούς συνοικισμούς της ΕΑΠ,1926

 Πληθυσμός <16 ετών Πληθυσμός >16 ετών     
ΆΓΣύνολο. 1%  στο γενικό σύνολοΑΓ (1+2) Σύνολο. 2%  στο γενικό σύνολοΑΓΓ/Α* 100 (1+2) 
Βύρωνας14781580305830,8239244799929687169,2387060591569929
Καισαριανή19771938391537,12367426810550663562,94344620613910550
Νέα Ιωνία30313039607036,940306360164601039063,17061939913316460
Κοκκινιά568552921097737,5724011068292851830862,5129251636012729285
Σύνολο12171118492402036,31602926175662244220463,7282003802413566224
 Εργάτες%Διάφορα επαγγέλματα%Σύνολο
Βύρωνας50115,7268784,33188
Καισαριανή160541,6225358,43858
Νέα Ιωνία244840,7356859,36016
Κοκκινιά519852,6467947,49877
Σύνολο975242,51318757,522939

Πολύ λιγότερο έχουν όμως μέχρι στιγμής διερευνηθεί, 1) οι εντάσεις ανάμεσα σε γηγενείς και πρόσφυγες, 2) οι σημαντικά διαφοροποιημένες διαδρομές όσων προσφύγων κατάφεραν να διασώσουν την κινητή τους περιουσία καθώς και οι απορρέουσες από την ταξική διαφοροποίηση των αστών κυρίως προσφύγων διαδρομές, 3) H πορεία όσων ενταχθήκαν μεν στα προγράμματα «αγροτικής αποκατάστασης» αλλά εγκατάλειψαν τις αγροτικές δραστηριότητες, 4) ο ρόλος της αυθαίρετης δόμησης που οδήγησε στην διευρυμένη αναπαραγωγή των πελατειακών σχέσεων καθώς και αυτός που έπαιξε η ιδιοκατοίκηση, 5) οι επιπτώσεις –άμεσες και απώτερες τόσο  από την ταχύτατη αύξηση μικρών μονάδων εκτός του πρωτογενούς τομέα ( μονάδων στηριζόμενων στην εργασία των μελών της προσφυγικής οικογένειας) τόσο και από την διόγκωση της ομάδας των «μικροεπαγγελματιών» (ομάδες που θα συνεχίσουν να διευρύνονται και μετά τον εμφύλιο εξαιτίας και των πολιτικών του διαχωρισμού με βάση τα πολιτικά φρονήματα) και τέλος  6) οι επιπτώσεις του τρόπου με τον οποίο έγινε η «αγροτική αποκατάσταση» (χωροθέτηση οικισμών χωρίς παραγωγικά κριτήρια, κατακερματισμένος και μικρός κλήρος, συρρίκνωση της αυτάρκειας, της αυτοκατανάλωσης- και των εκτατικών καλλιεργειών και εκχρηματισμός της αγροτικής οικονομίας) που οδήγησαν στην συνέχεια στην επιτάχυνση των μηχανισμών απελευθέρωσης της εργατικής δύναμης από τις αγροτικές κυρίως περιοχές της Βορείου Ελλάδας, στη διεύρυνση της μισθωτής εργασίας και στη έξοδο από τον ύπαιθρο χώρο, μια έξοδο που ξεκινά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και επιταχύνεται την πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία όπου συνυπάρχει φυγή προς τα αστικά κέντρα και μαζική μετανάστευση…


[1] Βλέπε και τον απολογισμό του Α. Πάλλη, Συλλογή των κυριότερων στατιστικών των αφορωσών την ανάλλαγή των πληθυσμών και προσφυγική αποκατάστασιν  μετά αναλύσεως και επεξεργασιών, Αθήνα,1929 (Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελ. Βενιζέλου)

[2] Η κατασκευή έγινε είτε με ανάθεση από την ΕΑΠ σε εργολάβους, είτε με την χρησιμοποίηση του προσφυγικού εργατικού δυναμικού υπό την καθοδήγηση των τεχνικών υπηρεσιών της ΕΑΠ. 

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο