περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Τετάρτη, 24 Απριλίου | 11:36πμ

Η επιχειρηματικότητα των προσφύγων

Ομιλία ιστορικού Βάσια Τσοκόπουλου στην 4η εσπερίδα του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής “Η Συμβολή των Μικρασιατών προσφύγων στην ελληνική επιχειρηματικότητα και οικονομία”

Η συμβολή των Μικρασιατών προσφύγων στην ελληνική επιχειρηματικότητα και οικονομία

Η ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρασία πριν από 100 χρόνια έστειλε ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στην Ελλάδα σε τραγικές συνθήκες. Συνήθως οι επέτειοι δίνουν την ευκαιρία για εορτασμούς, αλλά και δημοσιεύσεις, εκδηλώσεις, έρευνες, καλλιτεχνικές δημιουργίες που λιγότερο ή περισσότερο πλουτίζουν τη γνώση, τη σκέψη, τη συλλογική μνήμη και την κοινωνική συνείδηση.

Η φετινή επέτειος βέβαια υπενθυμίζει μια τραγωδία, γι αυτό δεν μπορούμε να την γιορτάσουμε. Από την άλλη είναι μια επέτειος που σηματοδοτεί την έναρξη ενός έπους που είναι η ανασύσταση της ζωής των προσφύγων στην Ελλάδα, τη διεκδίκηση και την ολοκλήρωση του στόχου τους για ενσωμάτωση στην ελλαδική πατρίδα. Κάτι διόλου απλό και αναίμακτο, γι αυτό και μπορούμε να μιλήσουμε για μια κερδισμένη πατρίδα.

Οι πρόσφυγες που αποτελούσαν ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό προελεύσεων μπόλιασαν την ελληνική κοινωνία με το νεωτερικό πνεύμα, αλλάζοντας ριζικά το πολιτιστικό αποτύπωμα της ελληνικής κοινωνίας. Το πώς το ανακαλύπτουμε, το αναλύουμε και το εμπεδώσουμε συνέχεια.

Η ιστορία δεν είναι μια επιστήμη που ασχολείται με το παρελθόν παρά μόνο για να απαντήσει σε ερωτήματα και προβλήματα της εποχής στην οποία γράφεται. Κάθε φορά επιστρέφει και ρωτά τις πηγές με νέο τρόπο.

Η εισήγηση μου προσεγγίζει τη ζωή και τη δραστηριότητα των προσφύγων μέσα από αυτό το πρίσμα.

Υποστηρίζω ότι η επιχειρηματικότητα ήταν ένα στοιχείο κοινό σε όλες τις ομάδες προσφύγων.

Είχα δουλέψει πριν από χρόνια με τα ευρωπαϊκά προγράμματα επιχειρηματικότητας νέων και έπεσα πάνω στον ορισμό της έννοιας αυτής από την ΕΕ. Δεν πρόκειται για τις επιχειρήσεις· οι επιχειρήσεις έχουν την επιχειρηματικότητα στο DNA τους. Η επιχειρηματικότητα όμως είναι ευρύτερη έννοια, θα την έλεγα πολιτιστική και αυτή την ιδιότητα μπορεί να την κατέχει οποιοσδήποτε.[1]

Ξανακοίταξα λοιπόν τις πηγές για την ιστορία των προσφύγων μέσα από αυτό το πρίσμα.

Σύμφωνα με τον σύγχρονο ορισμό, η επιχειρηματικότητα είναι η ικανότητα ενός ανθρώπου να μετατρέπει τις ιδέες σε δράση· να θέτει στόχους και να βρίσκει τα μέσα για να τους πραγματοποιεί. Η επιχειρηματικότητα, ως νοοτροπία, δεν έχει ταξικό περιορισμό. Σε ό,τι αφορά για τους πρόσφυγες του 1922, η επιχειρηματικότητα υπήρξε ένα πρωταρχικό εργαλείο για την ανασύνταξη της ζωής τους, από την καθημερινή ευρηματικότητα για τη δημιουργία εισοδήματος και την επίλυση προβλημάτων, όπως τη στέγαση και τις υποδομές, μέχρι, ανεβαίνοντας την κλίμακα, τις παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό είναι το νήμα που συνδέει έναν μικρό πολυμήχανο Αρμένη, έναν φτωχό χαμίνι που απαθανάτισε ο Παύλος Νιρβάνας με τους Σμυρνιούς βιομήχανους, που ίδρυσαν σύγχρονα εργοστάσια.

Το κοινωνικό πλαίσιο για την καλλιέργεια αυτής της επιχειρηματικότητας έχει δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η νέα κοινωνικότητα των προσφύγων που

ξεδιπλώθηκε ολοκληρωμένα από τη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα: πρόκειται για την εξωστρέφεια των κοινωνικών σχέσεων και δικτυώσεων, την έκρηξη της διασκέδασης και τον μεγάλο αριθμό από συλλογικότητες όλων των ειδών ― τα αθλητικά, πολιτιστικά, καλλιτεχνικά, φυσιολατρικά σωματεία που δημιουργήθηκαν και αποτέλεσαν ζωντανά κύτταρα της καθημερινής ζωής από την πρώτη στιγμή. Μια άμεση και πλήρης ανασύσταση της ζωής. Τα χαρακτηριστικά αυτά εκδηλώθηκαν σε όλους τους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Το δεύτερο είναι η γυναικεία χειραφέτηση.

Γυναίκες κάθε ηλικίας, χήρες, ανύπαντρες, ηλικιωμένες και νέες ρίχτηκαν στην κοινωνική αρένα για να βιοποριστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν στέγη.  

Η χειραφέτηση των γυναικών-προσφύγων ήταν μια έμπρακτη χειραφέτηση, όχι θεωρητική, όπως των πρώιμων φεμινιστριών του κύκλου της Καλιρρόης Παρρέν, οι οποίες εκκινούσαν από τα δικαιώματα των γυναικών, από αρχές και αξίες. Οι γυναίκες-πρόσφυγες δεν μιλούσαν γι αυτά· απλώς τα έπρατταν.

Και να επισημάνω επισης ένα σημαντικό στοιχείο ότι αυτή έμπρακτη χειραφέτηση συνδυαζόταν αρμονικά με την έκρηξη της θηλυκότητας των νεώτερων γυναικών.

Οι γυναίκες των προσφυγικών συνοικισμών «που καπνίζουν με ηδονή», που «κυττάζουν όχι λοξά, αλλά κατάματα τους ξένους» και «φλερτάρουν ήρεμα με τους νέους που τις περιτριγυρίζουν», όπως έγραψε, σε μια παραλληρηματική επιφυλλίδα, ο Κώστας Ουράνης, έφεραν νέο αέρα στην Ελλάδα, όχι μόνο στα ήθη, αλλά στο σύνολο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Και μόνο η μαζική είσοδός τους στην παραγωγή, αλλά και σε χιλιάδες προσωπικές, ευκαιριακές ή πιο μόνιμες οικονομικές δραστηριότητες όλων των ειδών ήταν κεφαλαιώδης αλλαγή των κοινωνικών παραστάσεων στο ελληνικό κράτος.

«Ο βαρύς ρόλος του να ξαναφυτέψεις ένα έθνος μέσα σε ένα έθνος έπεσε στους ώμους των γυναικών» έγραψε η αμερικανίδα υγειονομικός Esther Pohl Lovejoy –

Ας δούμε ενδεικτικά ορισμένες ιστορικές πηγές

«Η γιαγιά Βαγγέλα, η μάνα του πατέρα μου, ήταν πολύ ευκατάσταση στη Σμύρνη. (…) Τον άντρα της τον άφησε στη Μικρά Ασία, τον είχαν συλλάβει αιχμάλωτο οι Τούρκοι. Αυτή η αρχόντισσα της Σμύρνης (…), βρέθηκε στον Πειραιά, μόνη κι έρημη, είκοσι εννιά χρονών χήρα, να ξύνει μπακαλιάρους στις μαρίνες για να μεγαλώσει το μονάκριβο γιο της. Μέχρι και την γκαρσόνα έκανε σε ταβέρνα για να ζήσει».

Μαρτυρία Ευαγγελίας Γιαμαλή-Χατζηιωάννου

« Η μητέρα είχε κάλφα στο κουρείο του πατέρα μας σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού· στο ἄλλο κοιμόμασταν τα τέσσερα αδέρφια μαζί με τη γιαγιά Βαγγέλα. Η μητέρα μου, για να βοηθάει να εξοφλήσουν ένα οικόπεδο που είχαν πάρει στην Κάντζα, πήγαινε στο υφαντουργείο του Μπαγιασλή στην Οσία Ξένη, (το γνωστό πια ως «Μάντρα της Κοκκινιάς»), και αγόραζε υφάσματα. Απ’ αυτά έραβε νυχτικές, που κεντούσε τα βράδια η γιαγιά μου με φλος-μεταξωτή κλωστή, και κάθε Σάββατο έφευγε με τα πόδια από το σπίτι μας κοντά στο σημερινό Κηποθέατρο (στη Νίκαια) και πήγαινε μέχρι την Αμφιάλη για να πουλήσει την πραμάτεια της»

Μαρτυρία  Ευαγγελίας Γιαμαλή-Χατζηιωάννου.

[Έχουμε εδώ μητέρα και κόρη σε οικονομική συνεργασία για την αγορά οικοπέδου]

Άλλο παράδειγμα είναι η απόκτηση στέγης:

Η δόμηση στις προσφυγικές συνοικίες υπήρξε μια συλλογική διαδικασία. Οι ίδιοι οι κάτοικοι της συνοικίας συμμετείχαν στην ανέγερση των αυθαίρετων οικημάτων, ενισχύοντας μέσα από αυτή τη διαδικασία τους μεταξύ τους δεσμούς:

«Εργαζόμενοι μόνοι των, πολλάκις γίνονται εργοδόται προσλαμβάνοντες βοηθούς, συνήθως μέλη της οικογένειάς τους ή συγγενείς των. Πολύπειροι και πολυμήχανοι, μεταβάλλουν εκάστοτε το είδος του εμπορεύματός των, αναλόγως των εποχών και των περιστάσεων, μεταβαλλόμενοι και ούτοι εκάστοτε από πλανοδίους σε ισταμένους και τανάπαλιν. Το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού μεταβάλλεται σε εργαστήριο και γίνεται πότε πλυσταριό, πότε καρεκλάδικο και πότε ραφείο ειδών στρατού» Έκθεση της ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, 1924

[Παράδειγμα μετατροπή της οικείας σε παραγωγική μονάδα, ευέλικτη, σύμφωνα με τη ζήτηση]

Από τη μουσική:

Οι πρόσφυγες μουσικοί διακρίνονταν από μεγάλο βαθμό επαγγελματισμού, με εμπειρία από ορχήστρες και κέντρα διασκέδασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο σωματείο Ελλήνων μουσικών –«Η αλληλοβοήθεια»— ιδρύθηκε από Μικρασιάτες.

Δημιούργησαν επίσης πολλά μουσικά στέκια όπως του «Πουρούζη» στη Λ. Αλεξάνδρας, του «Πικίνου» στο Θησείο, του «Αραράτ» στην Λ. Αλεξάνδρας, το «Απταιό» στο Φάληρο κ.ά.

«Την μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες. Βέβαια. Όταν ήρθανε από τη Μικρά Ασία ασφαλώς ήρθαν και οι μουσικοί τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος αλλά το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει. Όχι μονάχος του, να πάρει και τα κορίτσια του, και τη γυναίκα του και την οικογένειά του να πάει να κάτσει σε ένα κέντρο. Όπως μέχρι τώρα από τους πρόσφυγες και κοντά στους πρόσφυγες μάθανε και οι δικοί μας τώρα». Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία

Και ο Μάρκος έμαθε δημιουργώντας την πρώτη επαγγελματική ρεμπέτικη ορχήστρα, που εμεινε γνωστή με το όνομα «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», η οποία έπαιζε επαγγελματικά σε κέντρο, έκλεινε συμβόλαια για εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα. Για να μην επεκταθώ στη δισκογράφηση, στην οποία πάλι πρόσφυγες ήταν οι μοχλευτές (ο Κωνσταντινουπολίτης Kώστας Σκαρβέλης,που έπαιζε μαζί με τον Μάρκο και όλη η ομάδα των καλλιτεχνικών διευθυντών στηνColumbia με εξαίρεση τον Δημήτρη Σέμση, ήταν Σμυρνιοί (ο Σπύρος Περιστέρης, ο Παναγιώτης Τούντας και ο Ιωάννης Δραγάτσης – Ογδοντάκης)

Όλα αυτά τα παραδείγματα, που παρόμοιά του υπάρχουν απειράριθμα, δείχνουν την ικανότητα των προσφύγων να μετατρέπουν τους στόχους σε δράση, την ευελιξία, την εκμετάλευση κάθε ευκαιρίας και ορίζουν με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχρονη προσέγγιση για την επιχειρηματικότητας ως κοινωνικής νοοτροπίας.

Ανεβαίνοντας την κλίμακα των οικονομικών μεγεθών είναι νομίζω γνωστή η συμβολή των προσφύγων στην βιομηχανία και τις επιχειρήσεις. Μιλάμε τώρα για τους επιχειρηματίες που είχαν κεφάλαιο να επενδύσουν, αλλά και ο εμπλουτισμός ποσοτικός και ποιοτικός τοου εργατικού δυναμικού.

Μια έκθεση της Kοινωνίας των Eθνών σημείωνε: «Αυτό που χαρακτηρίζει τους περισσότερους πρόσφυγες επιχειρηματίες είναι μια μοντέρνα αντίληψη των οικονομικών ζητημάτων και των εμπορικών πράξεων. Έμπειροι οργανωτές, καινοτόμοι, πολύγλωσσοι, μεγαλωμένοι στο σχολείο του εμπορίου των λιμανιών της Aνατολής, η τεχνική τους είναι πιο τελειοποιημένη από τον μέσο όρο των εμπόρων, των βιομηχάνων, των τραπεζιτών της Ελλάδας. Διαθέτουν επίσης μεγαλύτερη επιδεξιότητα, περισσότερο savoir faire και φροντίδα γι’ αυτές τις λεπτομέρειες, φαινομενικά ασήμαντες, από τις οποίες εξαρτάται μερικές φορές η επιτυχία μιας εμπορικής ή βιομηχανικής επιχείρησης».

Σε άλλη έκθεση της Κοινωνίας των εθνών διαβάζουμε ότι «η τεχνική τους είναι πιο τελειοποιημένη από τον μέσο όρο των εμπόρων, των βιομηχάνων, των τραπεζιτών της Ελλάδας»

Σε μεγάλο βαθμό, το τρίτο κύμα της εκβιομηχάνισης στο ελληνικό κράτος μπορεί να αποδοθεί στους πρόσφυγες. Οι τέσσερις πρώτοι προσφυγικοί συνοικισμοί της Αθήνας και του Πειραιά (Νέα Ιωνία, Καισαριανή, Βύρωνας, Κοκκινιά) εξελίχθηκαν γρήγορα σε βιομηχανικές κοινότητες. Το 1926, «στις προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά λειτουργούν ήδη 36 βιομηχανικές επιχειρήσεις, (27 ταπητοβιομηχανίες, 4 υφαντήρια, ένα εργοστάσιο χρωστικών). Τα μεγάλα εργατικά προάστια τού Πειραιά: Κοκκινιά, Δραπετσώνα, Κερατσίνι περιτριγυρίστηκαν αμέσως από νέες βιομηχανίες, πού έφταναν ως το Σκαραμαγκά και το Πέραμα στα δυτικά, ως τον Αγ. Ιωάννη Ρέντη και τον Ταύρο, στα ανατολικά.

ΛΙΛΑ ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ, Πόλεις της σιωπής

Case study: Πειραιάς

Στον Πειραιά, μια πόλη των επιχειρήσεων που είχε χάσει την αρχική της ορμή, οι πρόσφυγες επιχειρηματίες έδωσαν νέα πνοή. Το 1926  περισσότεροι από το 15% των εγγεγραμμένων στο Εμπορικό & Βιομηχανικό Επιμελητήριο της πόλης ήταν πρόσφυγες. Η μεγαλύτερη συμβολή τους ήταν στην ταπητουργία: σχεδιαστές, βαφείς, τεχνίτες, επιχειρηματίες και χιλιάδες γυναίκες, με δάχτυλα σίγουρα και γρήγορα, που μπορούσαν να παράγουν και 20.000 κόμπους την ημέρα, εμφύτεψαν τη νέα βιομηχανία από την Τουρκία στην Ελλάδα.

― Το εργοστάσιο ζυμαρικών Μίσκο, το 1925 από τον συνεταιρισμό του Φώτη Μιχαηλίδη από τη Σμύρνη με τον Αθηναίο έμπορο Μωυσή Κωσταντίνη, μέσα στη βιομηχανική ζώνη του Πειραιά. Το εργοστάσιο ήταν υπερμοντέρνο για την εποχή του, με ηλεκτρικές ντηζελομηχανές 100 ίππων, τεχνικούς από την Ιταλία και 300 εργάτες/τριες και ήταν παρόμοιο με το εργοστάσιο του Μιχαηλίδη στη Σμύρνη.

― Οι γνωστοί Μύλοι Αγίου Γεωργίου, που ιδρύθηκαν από τον Σμυρνιό επιχειρηματία Συμεώνογλου το 1928

Είπα πριν ότι η επιχειρηματικότητα των προσφύγων ήταν μια κοινή κοινωνική νοοτροπία που δεν περιοριζόταν στην αστική προσφυγική τάξη. Θέλω να ολοκληρώσω την παρουσίασή μου με ένα παράδειγμα επιχειρηματικότητας ενός χαμινιού, το παράδειγμα ενός μικρού Αρμένη, που τον συνάντησε στον Πειραιά ο Παύλος Νιρβάνας και τον διέσωσε στην ιστορική μνήμη σε ένα χρονογράφημά του μόλις το 1924:

«Ἕνας μικρός Αρμένιος πρόσφυξ κερδίζει τὸν ἄρτον του καὶ τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας του, μεταξύ Πειραιώς και Νέου Φαλήρου, κατὰ τοὺς ἑξῆς, διότι υπάρχουν πολλοί, τρόπους. Ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ μεσημέρι κάνει τὸν ὀψοκομιστὴν καὶ ἐκτελεῖ θελήματα εἰς τὴν Ἁγοράν. Τὸ ἀπόγευμα, ποὺ σταματοῦν τὰ ψώνια καὶ τὰ θελήματα, λουστράρει παπούτσια. Καὶ μετὰ τὴν δύσιν τοῦ Ἡλίου, ποὺ κανείς πλέον δὲν λουστράρει τὰ παπούτσια του, χορεύει εἰς τὸ ρωσικὸν μπὰρ τοῦ Νέου Φαλήρου, ἕναν χορόν δικῆς του ἐφευρέσεως, μ’ ένα σουραύλι εἰς τὸ στόμα, ἰδικῆς του ἐπίσης κατασκευῆς. Ἐπενόησε δηλαδὴ ἐπαγγέλματα δι όλας τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτός, διὰ νὰ μὴν χάνει οὔτε στιγμήν.

― Δὲν ντρέπεσαι να χορεύεις σαν τρελλός! – τοῦ εἶπεν περιφρονητικῶς κάποιος, ἀγνοών τὴν ἔντιμον ἱστορίαν του.

― Τρελλός ντὲν εἶναι, ἀπήντησε γλυκύτατα τὸ φτωχό παιδί. Ψωμί βγκάζει…

Καὶ ὁ κύριος, ἀφοῦ ἔμαθε τὴν ἱστορίαν του, τὸν ἠρώτησε, μὲ συμπάθειαν πλέον καὶ μ᾿ ἕνα τόνον ἀθώου πειράγματος, ποὺ ἦτο περισσότερον θαυμασμός.

― Καλά! Τὴν ἡμέραν μόνο δουλεύεις; Καὶ τὴ νύχτα τί κάνεις;

Ὁ μικρός ἐπληροφόρησε τον κύριον, τί ἔκαμνεν καὶ τὴν νύκτα.

― Τὴ νύχτα φτιάνει αὐτά ἐδῶ σουραύλια τενεκὲ καὶ πουλάει πέντε δραχμές…»

Συνοψίζοντας το συμπέρασμα είναι ότι η επιχειρηματικότητα με τη σύγχρονη προσέγγιση της έννοιας ήταν ένας βασικός κινητήρας για την αναγέννηση της ζωής των προσφύγων στο ελληνικό κράτος, την εξέλιξή τους και την κοινωνική τους ανέλιξη. Ταυτόχρονα τα γεγονός ότι ήταν πολύ διαδεδομένη στους πρόσφυγες χωρίς ταξικές διαφοροποιήσεις, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάδυση και την ολοκλήρωση της νεωτερικότητας στον ελλαδική κοινωνία.


[1] «Επιχειρηματικότητα είναι η ικανότητα ενός ατόμου να μετατρέπει τις ιδέες σε δράση.

Περιλαμβάνει τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και την ανάληψη κινδύνων καθώς και την ικανότητα κατάρτισης και διαχείρισης σχεδίων για την επίτευξη στόχων. Αυτό υποστηρίζει όλους τους ανθρώπους στην καθημερινή ζωή, τόσο στο σπίτι όσο και στην κοινωνία, και ειδικότερα ευαισθητοποιεί τους εργαζομένους ως προς το πλαίσιο της εργασίας τους και τους βοηθά να μπορούν να αξιοποιούν τις ευκαιρίες, ενώ προσφέρει την απαραίτητη βάση για τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται σε κοινωνική ή εμπορική δραστηριότητα». Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη διά βίου μάθηση, COM (2005) 548 τελικό

Μετάβαση στο περιεχόμενο