περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου | 4:50πμ

Η «υβριδική» μνήμη του μικρασιατικού πολέμου στη μεσοπολεμική Ελλάδα

Ομιλία Αλέξανδρου Μακρή, Δρ. Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στην 3η εσπερίδα του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «1922 – 2022: 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής αφορά στο τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, “Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής”

Η μνήμη της Μικρασιατικής Εκστρατείας αποτελεί μέρος της ευρύτερης μνήμης της πολεμικής δεκαετίας 1912-22, η οποία αρχίζει με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), συνεχίζεται με τη συμμετοχή στο Μακεδονικό Μέτωπο του Μεγάλου Πολέμου (1917-18) και ολοκληρώνεται με την ήττα του 1922 και τον οριστικό ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας. Θέμα της παρούσας συμβολής είναι η διαδικασία συγκρότησης της επίσημης πολεμικής μνήμης στη μεσοπολεμική Ελλάδα, πώς δηλαδή «θυμόταν» θεσμικά, σε επίπεδο κρατικού μηχανισμού, η ελληνική κοινωνία την εκστρατεία. Ιδιαίτερη μνεία δε θα γίνει στο κορυφαίο πολεμικό μνημείο της χώρας μας, τον Άγνωστο Στρατιώτη.

Η συγκρότηση, συντήρηση και αναπαραγωγή της θεσμικής μνήμης της πολεμικής δεκαετίας 1912-22, εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πραγματικότητα του πολέμου μετατράπηκε στον, κατά τον George Mosse, «μύθο της εμπειρίας του πολέμου» μέσω του οποίου ο πόλεμος ερμηνευόταν θετικά ως μια σύγκρουση που εξυπηρετούσε τα εθνικά συμφέροντα. Η δε επίσημη μνήμη του διαμορφώθηκε ως μία ιερή εμπειρία με τη λατρεία των ηρωικώς πεσόντων να βρίσκεται στον πυρήνα της. Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύχθηκαν σε όλους τους εμπόλεμους μνημονικές πρακτικές, όπως οι τελετές μνήμης και η ανέγερση μνημείων, με πιο εμβληματικά τους Τάφους του Αγνώστου Στρατιώτη, έναν νεωτερισμό που εξελίχθηκε σε κεντρικό εθνικό προσκύνημα κάθε χώρας.

Ιστορικά, η πρώτη εμφάνιση του Αγνώστου Στρατιώτη πραγματοποιήθηκε στην Παρέλαση της Νίκης, τη 14η Ιουλίου 1919, στο Παρίσι, όπου ένα κενοτάφιο είχε τοποθετηθεί προς τιμήν του στην Αψίδα του Θριάμβου μπροστά από το οποίο παρέλασαν στρατεύματα της Αντάντ με επικεφαλής, για πρώτη φορά, τους αναπήρους πολέμου. Παρόμοιο κενοτάφιο τοποθετήθηκε και στην Παρέλαση της Νίκης πέντε ημέρες αργότερα στο Λονδίνο. Στη Γαλλία, ο ενταφιασμός του Αγνώστου Στρατιώτη πραγματοποιήθηκε με κάθε επισημότητα στην Αψίδα του Θριάμβου την 11η Νοεμβρίου 1919, την πρώτη επέτειο της Ανακωχής. Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα παρόμοιο τελετουργικό έλαβε χώρα στο Λονδίνο, με τον ενταφιασμό του Αγνώστου Πολεμιστή στο Αββαείο του Ουέστμινστερ, ενώ το 1921, ίδια ημέρα, ήταν η σειρά των ΗΠΑ να ενταφιάσουν τον άγνωστο στρατιώτη τους στο Εθνικό Κοιμητήριο του Άρλινγκτον της Βιρτζίνια.[1]

Στην Ελλάδα, όπως και στις υπόλοιπες εμπόλεμες χώρες, πυλώνες της πολεμικής μνήμης ήταν οι ημέρες μνήμης και η ανέγερση μνημείων. Σημείο τομής και στις δύο κατευθύνσεις ήταν το δικτατορικό καθεστώς του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου (1925-26).  Ήδη από το 1913 η μνήμη των πεσόντων συνδέθηκε «από τα κάτω» με μία λαϊκή εορτή του θρησκευτικού ημερολογίου, το Ψυχοσάββατο της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής, και όχι με κάποια σταθερή ημερομηνία, όπως η επέτειος κάποιας μάχης ή συνθήκης.[2] Η παράδοση αυτή ακολουθούσε, όπως και στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, την ισχυρή παρουσία της Ορθοδοξίας στα τελετουργικά πένθους. Για παράδειγμα, η μεσοπολεμική Ρουμανία τιμούσε τους πεσόντες της στην εορτή της Αναλήψεως, ενώ η Βουλγαρία την 8η Νοεμβρίου, ημέρα εορτής του αρχάγγελου Μιχαήλ προστάτη των βουλγαρικών Όπλων.[3] Στην Ελλάδα, η ημέρα μνήμης για τους πεσόντες συνδέθηκε με το εν λόγω Ψυχοσάββατο και επισημοποιήθηκε επί δικτατορίας Θεόδωρου Πάγκαλου. Τότε θεσπίστηκε η τέλεση πανελλήνιων μνημοσύνων υπέρ των εν πολέμω πεσόντων την επομένη (Κυριακή της Ορθοδοξίας). Η εν λόγω ημέρα μνήμης διατηρήθηκε μεσοπολεμικά έχοντας όμως φθίνουσα δυναμική.[4]

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο αυτές οι τελετές που τιμούσαν τη μνήμη των πεσόντων. Στη σημαντικότερη θεσμική μνημονική πρακτική του Μεσοπολέμου, τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του ελληνικού κράτους, το 1930, οι περισσότερες ανά την επικράτεια εορτές πραγματοποιήθηκαν στα νεοαναγερθέντα Ηρώα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδας συνοδεύθηκε με τη θεμελίωση τέτοιων μνημείων. Την 21η Απριλίου 1930 πραγματοποιήθηκε «Μεγάλη εορτή Εκκλησιαστική, Στρατιωτική και Ναυτική» στο Παναθηναϊκό Στάδιο, η οποία «ήτο αφιερωμένη στην μεταεπαναστατική Ελλάδα, στους ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων και των αιματοποτισμένων κάμπων και βουνών της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης και της Μικράς Ασίας». Σε αυτήν παρέλασαν στρατιωτικά τμήματα, τα οποία απέδωσαν τις πρέπουσες τιμές σε παλαιούς πολεμιστές, ανάπηρους και θύματα πολέμου. Εν συνεχεία, εισήλθαν στο Καλλιμάρμαρο τα «ιστορικά λάβαρα του Αγώνος» (Ψαρών, Χίου, Μωριά), τα οποία μετά από δέηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Α΄ στεφάνωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης.[5] Με αυτή τη συμβολική κίνηση οι πόλεμοι του 1912-1922 τοποθετήθηκαν νοητά δίπλα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 ενισχύοντας τη συμβολική συνέχεια στους εθνικούς αγώνες και εξυψώνοντας τους παλαιμάχους. 

Σε αυτές τις τελετές, όπως και στις περισσότερες μνημονικές πρακτικές μεσοπολεμικά, κεντρικό ρόλο είχαν οι παλαιοί πολεμιστές, οι ανάπηροι και τα θύματα πολέμου. Οι βετεράνοι των πολέμων ήταν μια νέα παράμετρος στη μεσοπολεμική κοινωνία, η οποία βρισκότανε στον πυρήνα της πολεμικής μνήμης. Καθ’ όλη τη δεκαετία επιστρατεύθηκαν περίπου 450.000 άνδρες, περίπου 230.000 εκ των οποίων υπηρέτησαν στη Μικρά Ασία, με τις επισήμως καταγεγραμμένες απώλειες (θανόντες και εξαφανισθέντες) να ανέρχονται σε 76.671 (42.335 κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία).[6] Το 1922 λοιπόν περίπου 75.000 οικογένειες θρηνούσαν για έναν συγγενή πρώτου βαθμού, ηλικίας μεταξύ 20 και 30 ετών, που σκοτώθηκε αυτή την περίοδο. Όλοι αυτοί οι επιστρατευμένοι εάν θεωρήσουμε ότι ανήκαν σε μια τετραμελή οικογένεια, μια συντηρητική πρόβλεψη για την εποχή, μαζί με τις οικογένειές τους ανέρχονταν σε 1,8 εκατομμύρια. Δηλαδή στα 6,2 εκατομμύρια της απογραφής του 1928,[7] το 1/3 είχε επηρεαστεί άμεσα από τις επιστρατεύσεις και άνηκε στις κοινωνικές κατηγορίες των παλαιών πολεμιστών και θυμάτων πολέμου.

Οι παλαιοπολεμιστικές και οι αναπηρικές οργανώσεις λοιπόν συμμετείχαν σταθερά στις τελετές μνήμης, μολονότι αρχικά είχαν υποβαθμισμένο ρόλο. Αυτή η υποτονική εκπροσώπηση μπορεί να ερμηνευθεί βάσει των ζυμώσεων στον οργανωμένο παλαιοπολεμιστικό χώρο. Η συμπόρευση σημαντικού μέρους των οργανωμένων παλαιμάχων με την κομμουνιστική Αριστερά έως το 1925 καθώς και η συνεχιζόμενη (έως το 1936) σύνδεση μερίδας αναπήρων με τον αρχειομαρξισμό, στιγμάτισε τους παλαιμάχους και οικοδόμησε μία σχέση καχυποψίας μεταξύ αυτών και της Πολιτείας.[8] Επιπρόσθετα, η περίοδος από το 1925 και έως το 1932 χαρακτηρίστηκε από τον κατακερματισμό στον χώρο των παλαιμάχων και την απουσία κάποιας παλαιοπολεμιστικής οργάνωσης ομπρέλας.[9] Ως εκ τούτου τέθηκαν φραγμοί στην εύπεπτη ένταξη των παλαιμάχων στη θεσμική μνήμη. Η κατάσταση αυτή αλλάζει σταδιακά τη δεύτερη μεσοπολεμική δεκαετία όταν αυτοί οι δύο παράγοντες εξασθένησαν και καταπραΰνθηκε η δυσπιστία των αρχών.

Ο δεύτερος άξονας της συγκρότησης της μνήμης των πολέμων ήταν, ήδη από το 1914, η ανέγερση πολεμικών μνημείων. Ορόσημο σε αυτήν τη διαδικασία αποτέλεσε ο ν. 3281/1925 σύμφωνα με τον οποίο όλα τα πολεμικά μνημεία αποτελούσαν πλέον αρμοδιότητα του Υπουργείου Στρατιωτικών. Με τον ίδιο νόμο, κάθε δήμος και κοινότητα «υποχρεούται όπως εν τη περιφερεία αυτού ανεγείρη […] αναθηματικά στήλας των πεσόντων εις τους πολέμους 1912-1922 στρατιωτικών των καταγόμενων εκ της περιφέρειας αυτών».[10] Ουσιαστικά αυτή η πρόβλεψη αποτελούσε συνέχεια των αποφάσεων της εμπόλεμης περιόδου, ενώ μέσω της υποχρεωτικής κατασκευής μνημείων διαχεόταν γραφειοκρατικά σε όλη τη χώρα ένας κοινός τρόπος μνήμης του πολέμου. Αυτά είναι τα Ηρώα που βλέπουμε και σήμερα μέχρι και στο τελευταίο χωριό της πατρίδας μας. Καίρια ήταν ξανά η συμβολή του Πάγκαλου καθώς επί των ημερών του προκηρύχθηκαν από το Υπουργείο Στρατιωτικών πολυάριθμοι καλλιτεχνικοί διαγωνισμοί για την ανέγερση μνημείων.[11] Μία σημαντική παράμετρος σε αυτές τις διεργασίες ήταν ο ενεργός ρόλος του στρατού, ο οποίος είχε κεντρική θέση στα μνημόσυνα, άμεση συμμετοχή στη διαδικασία ανέγερσης μνημείων, ενώ μεσοπολεμικά θέσπισε τις πολεμικές εορτές των στρατιωτικών μονάδων (βλ. παρακάτω). Με αυτό τον τρόπο είχε καταστεί de facto θεματοφύλακας της πολεμικής μνήμης.

Το κορυφαίο πολεμικό μνημείο ήταν αναμφίβολα αυτό του Αγνώστου Στρατιώτη. Η ανέγερσή του ήταν μία μακροχρόνια διαδικασία που ξεκίνησε το 1923 και ολοκληρώθηκε μόλις το 1932, πολύ καθυστερημένα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. O αντίκτυπος της ηρωολατρείας των πεσόντων που είχε ήδη αναπτυχθεί στις άλλες χώρες οδήγησε την επαύριον της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης στην άμεση λήψη αποφάσεων για τον ενταφιασμό του Έλληνα Αγνώστου Στρατιώτη κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Μέσω των λειψάνων ενός αγνώστου, τιμόταν με μεγαλοπρέπεια ο κάθε Έλληνας που θυσιάστηκε για την πατρίδα. Ενδεικτική αυτής της αντίληψης ήταν εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας που συνιστούσε στους δασκάλους τις παραμονές της τελετής να «αναπτύξωσιν εις τους μαθητάς και ει δυνατόν τις τους γονείς αυτών τίνα σημασίαν έχει η τιμή αυτή ήτις παρέχεται εις απλούν στρατιώτην κηδευόμενον δημόσια δαπάνη μετά τιμών στρατηγού».[12] Έτσι ο εκδημοκρατισμός της μνήμης μέσω του μαζικού θανάτου ήταν πλέον γεγονός και στην Ελλάδα. Παράλληλα, το γεγονός ότι η εγκύκλιος απευθυνόταν σε μαθητές ήταν ενδεικτικό του παιδευτικού ρόλου που θα διαδραμάτιζε εφεξής το ιερό αυτό προσκύνημα για τις μελλοντικές γενιές καθώς «ο Σκοπός [του μνημείου] δεν είνε μόνον Εθνικός, αλλά και Αιώνιος».[13] Εντούτοις η τόσο λεπτομερώς σχεδιασμένη τελετή δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της έκρηξης του κινήματος (της λεγόμενης «Αντεπανάστασης») των υποστράτηγων Γεώργιου Λεοναρδόπουλου και Παναγιώτη Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923.[14]

Μετά από μία διετία κατά την οποία ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε το εγχείρημα, τον Σεπτέμβριο του 1925 πάρθηκε από την κυβέρνηση Πάγκαλου η απόφαση για την ανέγερση Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Τον Μάρτιο του 1926 προκηρύχθηκε ο σχετικός διαγωνισμός για τη δημιουργία του έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων, τα οποία ο Πάγκαλος σκόπευε να μετατρέψει σε Υπουργείο Στρατιωτικών συνδέοντας με αυτό τον τρόπο το μνημείο με τον στρατιωτικό παράγοντα. Βλέπουμε με αυτό τον τρόπο την ιδεολογική χρήση της μνήμης του πολέμου.

Οι καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν είχαν να κάνουν με τις αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν ως προς τα ζήτημα της καταλληλότερης τοποθεσίας του μνημείου, αλλά και του ανάγλυφού του. Ήδη από την προκήρυξη του διαγωνισμού είχαν ξεκινήσει οι διαξιφισμοί με τακτικές δημόσιες παρεμβάσεις για το ζήτημα. Το θέμα έλαβε πολιτικές διαστάσεις και συζητήθηκε στο κοινοβούλιο όπου ο πρωθυπουργός Ελεύθέριος Βενιζέλος, τον Ιούλιο του 1929, κατέστησε σαφές ότι η πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων ήταν η οριστική απόφαση της κυβέρνησης. Η απόφαση ήταν συνειδητή επιλογή του Βενιζέλου που στόχευε στην ιδεολογική συσχέτιση του μνημείου με το αβασίλευτο δημοκρατικό πολίτευμα μέσω της γειτνίασής του με το κτήριο της Βουλής, η οποία επίσης αποφασίστηκε ότι θα μεταφερθεί στα Παλαιά Ανάκτορα.[15]

Η πολύχρονη διαμάχη τόσο για την τοποθεσία όσο και για το ανάγλυφο του μνημείου φανερώνει τη σημασία της ανέγερσής του καθώς αυτό δεν αποτελούσε απλώς ένα ακόμα μνημείο, αλλά την κορωνίδα της συγκρότησης της μνήμης των πολέμων. Η βασική ιδιαιτερότητα του Μνημείου, σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, ήταν ότι δεν επρόκειτο για τάφο, όπως είχε αποφασιστεί αρχικά το 1923, αλλά για κενοτάφιο. Η χρήση κενοταφίου, μια πρακτική συνήθης στον ελληνικό χώρο από τον 19ο αιώνα, πραγματοποιήθηκε ώστε να συνδεθεί το Μνημείο με την κλασική αρχαιότητα και δη τη δημοκρατική Αθήνα του Περικλή. Συγκεκριμένα, το κενοτάφιο του Αγνώστου Στρατιώτη θεωρείτο κληρονόμος του κενού φερέτρου κατά τη διάρκεια της ταφής στην αρχαία Αθήνα των νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου (430 π.Χ.).[16] Σε αυτή την αρχαΐζουσα κατεύθυνση που είχε χαράξει στα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους ο Ελληνικός Διαφωτισμός[17] προτιμήθηκαν δύο φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλή να αναγράφονται στο μνημείο αντί του «1912-1922» που είχε αρχικά επιλεγεί: «Μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος». Στην ίδια κατεύθυνση προτιμήθηκε ένας αρχαίος πολεμιστής.

Εν τέλει, μία και πλέον δεκαετία μετά την πρώτη εμφάνιση του Αγνώστου Στρατιώτη στην Ελλάδα, τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του πραγματοποιήθηκαν πανηγυρικώς την 25η Μαρτίου 1932. Το γεγονός ότι αυτά έγιναν την ημέρα εορτασμού της Εθνικής Παλιγγενεσίας συμβόλιζε για ακόμη μία φορά τη συνέχεια των Εθνικών Αγώνων καθώς ο άγνωστος νεκρός αποτελούσε, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, «το σύμβολον της επαναστατικής και μεταεπαναστατικής Ελλάδος».[18] Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, νοηματοδοτούσε θετικά τη δεκαετή πολεμική προσπάθεια της χώρας και τη θυσία χιλιάδων ανθρώπων για αυτήν καθώς, όπως τόνιζε ο πρόεδρος του Γ΄ Πανελληνίου Συνεδρίου Παλαιών Πολεμιστών στην τελετή κατάθεσης στεφάνων κατά την έναρξη του συνεδρίου τον Ιούνιο του 1936, συμβόλιζε «τον ωραίον θάνατον» για τον οποίον «δεν πρέπουν δάκρυα και θρήνοι».[19]

Το βραχύβιο δικτατορικό καθεστώς του Γεώργιου Κονδύλη (1935) και το Νέον Κράτος της 4ης Αυγούστου (1936-41) πρόσθεσαν ένα ακόμα στοιχείο στον πυρήνα της πολεμικής μνήμης: τη λατρεία του βασιλιά-στρατηλάτη Κωνσταντίνου Α΄, μέσω της οποίας αναβαθμίστηκε και η μνήμη των Βαλκανικών Πολέμων. Αρχικά, την 26η Οκτωβρίου 1935, κατά τη διάρκεια της κονδυλικής δικτατορίας και κατά τις παραμονές του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, πραγματοποιήθηκαν μεγαλειώδεις εορτασμοί για την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στην οποία κεντρικό ρόλο είχε η συμβολή του Κωνσταντίνο σε αυτήν. Η έλευση της δικτατορίας Μεταξά ολοκλήρωσε αυτές τις διεργασίες μέσω της αναβάθμισης της μνήμης των Βαλκανικών Πολέμων και της ένταξης σε αυτήν του «Μεγάλου Στρατηλάτη». Η διαδικασία αυτή στόχευε στην ενδυνάμωση της βασιλείας, ενός αδιαφιλονίκητου κεντρικού θεσμού του καθεστώτος. Σε αυτή την κατεύθυνση εντασσόταν η ανέγερση και τα αποκαλυπτήρια των έφιππων ανδριάντων του Κωνσταντίνου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.[20]

Από τη λατρεία του Κωνσταντίνου δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν οι παλαιοί συμπολεμιστές του. Την επομένη του επανενταφιασμού του (23 Νοεμβρίου 1936) αντιπροσωπία παλαιμάχων πραγματοποίησε «προσκύνημα» στο Τατόι. Μάλιστα οι παλαιοί πολεμιστές σε μία κίνηση υψηλού συμβολισμού κατέθεσαν στεφάνια με άνθη από τα πεδία των μαχών «του συμπολεμιστή τους» (Γιαννιτσά, Κιλκίς, Λαχανά).[21] Οι κινήσεις αυτές, στο πλαίσιο μάλιστα ενός δικτατορικού καθεστώτος, φανέρωναν ότι ένας τρόπος εμπέδωσης της ένταξης του Κωνσταντίνου στη συλλογική πολεμική μνήμη μεσοπολεμικά ήταν μέσω της λατρείας των παλαιών συμπολεμιστών του, οι οποίοι ήδη εντασσόντουσαν στην πολεμική μνήμη.

Η πορεία της συγκρότησης της θεσμικής μνήμης της πολεμικής δεκαετίας 1912-22 μπορεί να ερμηνευτεί μέσω του αναλυτικού εργαλείου «κουλτουρών νίκης και ήττας». Η ήττα διαγράφεται βαθύτερα στη συλλογική μνήμη καθώς εκμηδενίζει προσδοκίες και αμφισβητεί καθιερωμένες αξίες σε μεγαλύτερο βαθμό από τη νίκη. Η αδυναμία νοηματοδότησης του πολέμου στις ηττημένες χώρες μπορεί να ερμηνευθεί μέσω της «κουλτούρας ήττας». Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Γερμανό ιστορικό Wolfgang Schivelbusch, ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει την εκ των ύστερων θεώρηση της ήττας στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μέσω της οποίας εκκολάφθηκε η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού. Σε αντιδιαστολή αυτής αναπτύχθηκε στις νικήτριες χώρες, η «κουλτούρα της νίκης» (όρος του John Horne), στον πυρήνα της οποίας βρισκόντουσαν τα τελετουργικά μνήμης (τελετές, ανεγέρσεις μνημείων κλπ.). Mε αυτό τον τρόπο η θυσία αποκτούσε ένδοξο νόημα για την κοινωνία. Οι κουλτούρες δεν εντάσσονταν αποκλειστικά στο δίπολο αυτό με ορισμένες περιπτώσεις, όπως της Ιταλίας και της Γιουγκοσλαβίας, να θεωρούνται «υβριδικές». [22]

Η Ελλάδα αποτελεί μία υβριδική περίπτωση καθώς παρότι η εμπόλεμη περίοδος ολοκληρώθηκε με μία οριστική ήττα, δηλαδή το τελευταίο επεισόδιο ενός πολέμου το οποίο καθορίζει τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων,[23] δεν αναπτύχθηκε μία «κουλτούρα ήττας». Τουναντίον, εξαρχής συγκροτείτο μία «κουλτούρα νίκης», η οποία ύστερα από ένα σημαντικό πισωγύρισμα, όχι απλώς δεν ανακόπηκε, αλλά συνέχισε να οικοδομείται. Η συγκρότηση μιας ελληνικής «υβριδικής κουλτούρας νίκης» άρχισε ήδη από την εμπόλεμη περίοδο, καθώς οι εορτασμοί και οι δοξολογίες για τις στρατιωτικές νίκες, όπως και τα μνημόσυνα για τους ηρωικώς πεσόντες ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο από το 1912.

Στο πέρας της εμπόλεμης περιόδου αυτές οι νίκες οδήγησαν στην ενσωμάτωση περιοχών που βρίσκονταν εκτός εθνικού κορμού προπολεμικά (Ήπειρος, Μακεδονία, Δυτική Θράκη, νησιά Αιγαίου, Κρήτη). Για αυτές η ήττα του 1922 δεν υποβάθμιζε τη σημασία της προσάρτησής τους στο ελληνικό κράτος. Οι ημέρες κατάληψής τους από τον Ελληνικό Στρατό αποτελούσαν (και αποτελούν έως σήμερα) τοπικές εορτές. Από το 1913 η 11η Οκτωβρίου εορτάζεται στην Κοζάνη και η 26η Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη,στα Ιωάννινα ο εορτασμός της 21ης Φεβρουαρίου από το 1914 αποτελεί τοπική εορτή, όπως και η 1η Ιουλίου στη Δράμα, ενώ αντίστοιχες εορτές θεσπίστηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Μακεδονίας, της Θράκης, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου. Στο επίκεντρο των τελετών βρίσκονταν τα νεοανεγερθέντα Ηρώα, τα οποία συμβόλιζαν, όχι απλώς τον οφειλόμενο σεβασμό στους πεσόντες, αλλά και την απελευθέρωση αυτών των περιοχών. Αυτές οι μνημονικές πρακτικές καλλιεργούσαν τοπικές «κουλτούρες νίκης» στις Νέες Χώρες.[24]

Στην ηρωοποίηση της εμπόλεμης δεκαετίας συνεισέφεραν και οι εορτές στρατιωτικών μονάδων, οι οποίες είχαν στο επίκεντρό τους τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στρατιωτικά, παρά την ήττα του 1922, η δεκαετία 1912-1922 είχε θετικό πρόσημο: «Η γενεά η οποία μετ’ ολίγον απέρχεται παρέλαβε την Ελλάδα του Τυρνάβου και σας παραδίδει την Ελλάδα του Έβρου», διακήρυττε υπερήφανα ο διοικητής του 12ου Συντάγματος Πεζικού (Πατρών) στην ορκωμοσία των κληρωτών της κλάσης του 1927.[25] Παρά την αποτυχία των επιχειρήσεων του Μαρτίου του 1921, καθ’ όλο τον Μεσοπόλεμο το 1ο Σύνταγμα Πεζικού εόρταζε μεγαλοπρεπώς στην Αθήνα τη 14η Μαρτίου, ημέρα της (ολιγοήμερης) κατάληψης του Αφιόν Καραχισάρ, παρουσία της ανώτατης πολιτειακής, πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας.[26] Αντίστοιχα, το 34ο Σύνταγμα εόρταζε στον Πειραιά την μάχη του Τουμλού Μπουνάρ τον Μάρτιο του 1921, το 26ο Σύνταγμα στη Δράμα τις επιτυχίες του στη μάχη της Κιουτάχειας τον Ιούλιο του 1921 και το 6ο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού τον «εθνικόν θρίαμβον» του Κάλε Γκρότο τον Αύγουστο του 1921.[27] Σε αυτό το πλαίσιο, η ήττα του 1922 δεν εμπόδισε την ανάπτυξη μίας «κουλτούρας νίκης» εντός των στρατώνων εδραζόμενης στις επιτυχίες της περιόδου 1912-1921, και δη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η συμμετοχή στην οποία θεωρείτο ύψιστη τιμή για τις στρατιωτικές μονάδες.

Η προοδευτική διαμόρφωση της «κουλτούρας νίκης» αναχαιτίστηκε υπό το βάρος της Μικρασιατικής Καταστροφής, η οποία ασφαλώς είχε σημαντικότατο αντίκτυπο στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ημερολόγιό του, λίγες ημέρες μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, το 1940, «είχαμε ζήσει όλη τη μεταπολεμική περίοδο με την ψυχολογία και με τη φήμη ενός έθνους που νικήθηκε στρατιωτικά, χωρίς πια να πιστεύουμε […] στην αξία της Ελλάδας ως πολεμικού παράγοντα».[28] Εντούτοις, αυτή η κατάσταση δεν οδήγησε σε αδυναμία νοηματοδότησης του πολέμου. Ταυτόχρονα, η παρέλευση της πολιτικής αστάθειας καθώς και η απόρριψη εδαφικών βλέψεων από το ελληνικό κράτος και την πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου που επισφραγίστηκε με την ελληνοτουρκική προσέγγιση, έθεσαν αναχώματα στην ανάπτυξη μίας αναθεωρητικής «κουλτούρας ήττας». Επιπρόσθετα, τη δεκαετία του 1930 εμφανίστηκαν ορισμένα ψήγματα προβολής της ελληνικής πολεμικής προσπάθειας ως μέρος της ευρύτερης συμμαχικής νίκης της Αντάντ, όπως για παράδειγμα ο μοναδικός μεσοπολεμικός εορτασμός στην Αθήνα της 11η Νοεμβρίου, το 1938, στα εικοσάχρονα της Ανακωχής της Κομπιένης,[29] ενώ η αναβάθμιση της μνήμης των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων ενδυνάμωσε καθοριστικά την ελληνική «υβριδική κουλτούρα νίκης».

Εν κατακλείδι, όταν την 26η Οκτωβρίου 1940, δύο ημέρες πριν την είσοδο της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πραγματοποιήθηκε η τελευταία μεσοπολεμική τελετή μνήμης, οι εορτασμοί της Απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης και τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του βασιλιά Κωνσταντίνου,[30] είχε πλέον ολοκληρωθεί η συγκρότηση της μνήμης των πολέμων του 1912-1922. Οι ημέρες, οι τελετές μνήμης καθώς και τα μνημεία διαμόρφωσαν προοδευτικά τη μνήμη των πολέμων εντάσσοντάς τους στη συνέχεια των πολεμικών αγώνων του έθνους, οι οποίοι ξεκινούσαν από το 1821. Εντούτοις, το κάδρο των Εθνικών Πολέμων παρέμενε πάντα ημιτελές, όπως και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη με τα μη συμμετρικά κενά ανάμεσα στα ονόματα των μαχών, καθώς υπήρχε χώρος για τους μελλοντικούς εθνικούς αγώνες και τους πολεμιστές τους.


[1] George Mosse, Fallen Soldiers. Reshaping the Memory of the World Wars, Oxford University Press, Οξφόρδη-Νέα Υόρκη 1990, σ. 70-106˙ Jay Winter, «Forms of kinship and remembrance in the aftermath of the Great War», στο Jay Winter και Emmanuel Sivan (επ.), War and Remembrance in Twentieth Century, Cambridge University Press, Cambridge 1999, σ. 40-60˙ Laurence van Ypersele, «Mourning and Memory, 1919-45», στο John Horne (επ.), A Companion to World War I, Wiley–Blackwell, Chichester 2010, σ. 578-580.

[2] Αλέξανδρος Μακρής, «“Οι κήρυκες της ιδέας του έθνους”. Παλαιοί πολεμιστές, ανάπηροι και θύματα πολέμου στην Ελλάδα (1912-1940)», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2021, σ. 897-899.

[3] Snezhana Dimitrova, «‘Taming the death’: the culture of death (1915-18) and its remembering and commemorating through First World War soldier monuments in Bulgaria (1917-44)», Social History 30/2 (Μάιος 2005), σ. 188-189˙ Maria Bucur, Heroes and Victims. Remembering War in Twentieth-Century Romania, Indiana University Press, Indianapolis, IN 2009, σ. 49-73.

[4] Μακρής, ό.π., σ. 907-908.

[5] Ακρόπολις, 22 Απριλίου 1930, «Η Ελλάς τιμώσα τους ένδοξους δημιουργούς της». Για τους εορτασμούς της Εκατονταετηρίδος, βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Φουστανέλες και χλαμύδες. Ιστορική μνήμη και εθνική ταυτότητα 1821-1930, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020,  σ. 505-520.

[6] Αναλυτικά δημογραφικά στοιχεία σε Μακρής, «Οι κήρυκες», ό.π., σ. 312-321.

[7] Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας-Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδος της 15-16 Μαΐου 1928, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, εν Αθήναις 1933, σ. ιε΄.

[8] Κώστας Παλούκης, «Η Οργάνωση Αρχείον του Μαρξισμού (1919-1934). Κοινωνικοί αγώνες, πολιτική οργάνωση, ιδεολογία και πολιτισμικές πρακτικές στα εργατικά στρώματα της μεσοπολεμικής Ελλάδας», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 2017, σ. 103-127· Γεώργιος Χρανιώτης, «Το κίνημα των παλαιών πολεμιστών στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου: Παλαιοί πολεμιστές, εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα, 1922-1928», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2021· Μακρής, ό.π., σ. 293-629. Βλ. επίσης τα σχετικά κεφάλαια και των τριών ιστορικών στο Δημήτρης Καμούζης, Αλέξανδρος Μακρής και Χαράλαμπος Μηνασίδης (επ.), Έλληνες στρατιώτες και Μικρασιατική Εκστρατεία. Πτυχές μιας οδυνηρής εμπειρίας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2022.

[9] Μακρής, ό.π., σ. 610-623, 633-647.

[10] Ν. 3281 «Περί ανεγέρσεως και συντηρήσεως τάφων και κενοταφίων κλπ. των πεσόντων υπέρ Πατρίδος κατά τους πολέμους 1912-1922» (17 Φεβρουαρίου 1925), ΦΕΚ Α΄/43/20-2-1925.

[11] Γιώργος Μαργαρίτης, «Οι περιπέτειες του ηρωικού θανάτου: 1912-1920», Μνήμων 12 (1989), σ. 98-103· Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, «Η μνήμη των εθνικών πολέμων (1912-22) στην Ελλάδα», Κώστας Μπουραζέλης, Βαγγέλης Καραμανωλάκης και Στυλιανός Κατάκης (επ.), Η μνήμη της κοινότητας και η διαχείρισή της, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2011, σ. 291-294· Μακρής, ό.π., σ. 900-903, 916-918.

[12] Εμπρός, 7 Οκτωβρίου 1923, «Σύντομες ειδήσεις»

[13] Πάτροκλος Καμπανάκης, Σύντομος μελέτη επί του ζητήματος της ανεγέρσεως μνημείου τω Αγνώστω Στρατιώτη, Τύποις Π.Γ. Μακρής, εν Αθήναις 1926, σ. 4.

[14] Για αυτή την πρώτη προσπάθεια δημιουργίας Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη, βλ. Μακρής, ό.π., σ. 920-922.

[15] Για τη σχετική συζήτηση, βλ. Αικατερίνη Μ. Χάνδρα, «Ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ (1891-1945). Η ζωή και το έργο του», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2017, σ. 76-77, 85-92.

[16] Πλουμίδης, «Η μνήμη των εθνικών πολέμων», ό.π., σ. 298-299.

[17] Κ.Θ. Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα 1989, σ. 3-4, 17-18, 53-60.

[18] Πατρίς, 26 Μαρτίου 1932, «Τα διδάγματα από την εορτήν».

[19] Ακρόπολις, 15 Ιουνίου 1936, «Τα χθεσινά συνέδρια των παλαιών πολεμιστών».

[20] Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936-1941), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2016, σ. 67˙ Elli Lemonidou, «Heritage and Memory of the First World War in Greece during the Interwar Period. A Historical Perspective», Balcanica XLIX (2018), σ. 227-228.

[21] Εθνική, 24 Νοεμβρίου 1936, «Αι οργανώσεις των παλαιών πολεμιστών κατέθεσαν χθες στέφανους εις τους τάφους των νεκρών μας βασιλέων»

[22] John Horne, «The living», στο Jay Winter (επ.), The Cambridge History of the First World War, τ. ΙII, Cambridge University Press, Cambridge 2014, σ. 612-616˙ John Paul Newman, Yugoslavia in the Shadow of War. Veterans and the Limits of State Building, 1903-1945, Cambridge University Press, Cambridge 2015, σ. 52-54, 135-142.

[23] John Horne, «Defeat and Memory in Modern History», στο Jenny Macleod (επ), Defeat and Memory. Cultural Histories of Military Defeat in the Modern Era, Palgrave Macmillan, London 2008, σ. 12.

[24] Μακρής, ό.π., σ. 942-943.

[25] Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαιδεία, Α΄/19 (30 Οκτωβρίου 1927), «Αι εορταί του 12ου Συντάγματος Πατρών», σ. 199-200.

[26] Νίκος Χρ. Αλιπράντης. Η στρατιωτική θητεία ενός Μικρασιάτη στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Το ημερολόγιο του Γιάγκου Μασσέλου (1927-1928), Αθήνα 2012, σ. 115-116 (περιγραφή εορτής το 1928).

[27] Μακρής, ό.π., σ. 943-944.

[28] Γιώργος Θεοτοκάς, Τετράδια ημερολογίου, 1939-1953, επιμ. Δημήτρης Τζιόβας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2014, σ. 191-192.

[29] Ακρόπολις, 12 Νοεμβρίου 1938, «Η 20ή επέτειος της Ανακωχής».

[30]  Μακεδονία (Θεσσαλονίκης), 27/10/1940, «Η χθεσινή τελετή αποκαλυπτηρίων».

Μετάβαση στο περιεχόμενο