περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Τετάρτη, 17 Απριλίου | 2:53πμ

Το Μικρασιατικό Μέτωπο: μια οικονομικά ανέφικτη επεκτατική εκστρατεία

Ομιλία του Mιχάλη Λυμπεράτου, διδάκτορος Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην 9η ημερίδα του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής “Όψεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας 1919-1922”

Όταν αποφασίζεις την εμπλοκή σε ένα πόλεμο και μάλιστα μεγάλης έκτασης, και σε πεδίο διεξαγωγής του όπου ο τοπικός πληθυσμός είναι εχθρικός, όπως με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, ιδίως όταν επεκτάθηκε εκτός της ζώνης της Σμύρνης ο χώρος της σύγκρουσης, κυρίαρχη αναγκαιότητα είναι, εκτός πολλών άλλων, να έχεις διασφαλίσει ότι μπορείς να χρηματοδοτήσεις τον πόλεμο αυτό και την αναπόφευκτη, για εκτεταμένους πολέμους, επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Δηλαδή να έχεις την ευχέρεια να δαπανήσεις τα ποσά που απαιτούνται για την αγορά ενός επαρκούς αριθμού όπλων και πολεμοφοδίων, να είσαι σε θέση να εξασφαλίσεις μια πολύ επαρκή επιμελητεία και τροφοδοσία των στρατιωτών σου, ώστε να τροφοδοτείς απρόσκοπτα τις ανάγκες του μετώπου, αλλά και να έχεις τα κεφάλαια να συντηρήσεις τα μετόπισθεν, από τα οποία εξαρτάσαι, ιδίως ξέροντας ότι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης εκεί θα προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα συρρικνώσουν την ισχύ σου στο μέτωπο και πιθανόν να στρέψουν τον πληθυσμό κατά της ολοκλήρωσης του εγχειρήματος σου.

Το αλληλένδετο ερώτημα με τις προηγούμενες αναγκαίες προϋποθέσεις είναι ποιος από κοινωνική σκοπιά είναι σε θέση να αναλάβει το κόστος του εγχειρήματος και αν έχει το οικονομικό βάθος να αποφύγει την ενδεχόμενη οικονομική καταστροφή που θα επέλθει, αν οι υλικές απαιτήσεις του μετώπου αυξηθούν υπέρμετρα, παράλληλα με την επέκταση των επιχειρήσεων. Αν, δηλαδή, υπήρχαν κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας και να αντέξουν την χρηματοδότηση του πολέμου. Γιατί για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, σε συνθήκες μια βεβαρημένης οικονομίας λόγω του κόστους που επέφεραν οι προηγούμενοι πόλεμου στους οποίους ενεπλάκη η χώρα, δεν ήταν βέβαιο ότι ήταν σε αντικειμενική θέση να αναλάβουν ένα τέτοιο πόλεμο, παρά την συναισθηματική έξαρση που προκαλούσε το επιχείρημα της προστασίας των ελληνικών πληθυσμών στην Μικρά Ασία και ακόμη λιγότερο βέβαια το επιχείρημα ης ικανοποίησης των ιστορικών «δικαίων της φυλής», όπως το εξέφραζε η μεγαλοϊδεατική προπαγάνδα. Αλλά και αυτό στηριζόταν στην απόκρυψη από το κοινωνικό σώμα των αντικειμενικών δεδομένων της σύγκρουσης και της παρασιώπησης του πραγματικού εύρους του στόχου των επιχειρήσεων από αυτούς που το σχεδίασαν.

Σε αυτή τη βάση, όσο πιο ευάλωτα ήταν τα όποια κοινωνικά στρώματα, τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η επίπτωση στην στήριξη του πολέμου από το κοινωνικό σώμα, αν αυτός παρατεινόταν ή έπαιρνε άσχημη τροπή. Γιατί το «πρόθυμο πνεύμα» έχει τα δικά του όρια, αφού τις στρατιωτικές επιτυχίες δεν τις προκαλούν οι υπέρμετροι ενθουσιασμοί και οι συλλογικές φαντασιώσεις, αλλά οι πραγματικοί άνθρωποι που πολεμούν με την συνδρομή των μετόπισθεν, στην πλειοψηφία τους από τα αδύναμα στρώματα του πληθυσμού, για τους οποίους απαιτείται να διασφαλίζεται και η υλική και η κοινωνική τους επιβίωση, πέραν της απειλής που συνιστούν οι σφαίρες του εχθρικού στρατού για το τμήμα τους που στρατεύθηκε και πολεμούσε στο μέτωπο.

Αν κανείς εξετάσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην τότε Ελλάδα μετά από μια καταιγίδα πολέμων (1896-97, 1912-13, 1914-1919, μαζί με την ουκρανική εκστρατεία), όταν η Ελλάδα προσπαθούσε να αποκαταστήσει στο έδαφος της τους χιλιάδες εκδιωχθέντες από τον Πόντο, υπό το κλίμα μιας παρατεταμένης πολιτικής ρευστότητας και μιας αντιπαράθεσης που άγγιζε τα όρια ενός άτυπου εμφυλίου πολέμου που ονομάστηκε «εθνικός διχασμός», μπορούσε εύκολα να διαπιστώσει ότι χωρίς την εξωτερική χρηματοδότηση και τους ενοϊκούς διεθνείς συσχετισμούς το εγχείρημα ενός τέτοιου πολέμου θα απόβαινε, κατά πάσα πιθανότητα, καταστροφικό για τους Έλληνες και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Και, βέβαια, σε αυτήν την περίπτωση, η ευθύνη αφορά σε αυτόν που γνωρίζει τις συνθήκες της διεθνούς διπλωματίας, διαθέτει μια επαρκή εικόνα ποια θα είναι τα όρια της υλικής βοήθειας που θα δεχθεί, και μπορεί με τη συνδρομή των υπηρεσιών του κράτους να διαπιστώσει τις αντοχές της οικονομίας της χώρας του. Αλλά και είναι αυτός που έχει αποκτήσει μια σαφή εικόνα των δυνατοτήτων που έχει ο στρατός του, υπό την επιτακτική απαίτηση να έχει ξεκαθαρίσει ποιοι είναι οι στόχοι και το εύρος των επιλογών του. Και να σταθμίσει και το ενδεχόμενο των επιπτώσεων που θα έχει μια ενδεχόμενη στρατιωτική αποτυχία όταν σε αυτά εμπλέκεται η ζωή πάνω από 2.000.000 αμάχων, πέραν των μη χριστιανικών πληθυσμών, τόσο στη Μικρά Ασία αλλά και στην Ανατολική Θράκη.

Οι όποιες ευθύνες αυτών που ενέπλεξαν τη χώρα σε αυτή τη σύγκρουση δυστυχώς μεγεθύνονταν από το γεγονός ότι από πολύ νωρίς διεφάνη το πρόβλημα, όταν αποδείχθηκε με τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, ότι οι αντοχές του κοινωνικού σώματος ήταν μειωμένες έναντι της επέκτασης ιδίως της σύγκρουσης, όταν μάλιστα, μεγάλο τμήμα αυτών που επιστρατεύθηκαν είχαν να δουν τα παιδιά τους από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους από την εποχή των αμφιταλαντεύσεων και των αντιδικιών για τη στάση της χώρας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή η χώρα ήταν ηλίου φαεινότερο ότι η χώρα είχε γονατίσει παραγωγικά εξαιτίας του κόστους των πολέμων, ζούσε με τις υποσχέσεις ή τα λίγα δάνεια των Συμμάχων και διαπίστωνε, ιδίως στην εξέλιξη της πολεμικής σύγκρουσης, πόσο εύκολα ανασυντάσσονταν οι διεθνείς συμμαχίες και άλλαζαν οι προτεραιότητες των «συμμάχων». Μάλιστα, δεν είχε καν διαπιστωθεί αν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας ήθελαν τη λύση που τους πρότεινε η ελλαδική πολιτική ηγεσία με την εμπλοκή τους σε έναν τέτοιο πόλεμο, αν ήταν αποφασισμένοι να στηρίξουν την εκστρατεία και σε πιο βαθμό, και μάλιστα, τι θα συνέβαινε εκεί που ο αντίπαλος, σε άγνωστα πλέον εδάφη, θα διέθετε την πλήρη ενεργή στήριξη του τοπικού πληθυσμού. Γιατί στην ουσία οι άμεσα ενδιαφερόμενοι πληθυσμοί, οι ίδιοι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, χωρίς καμιά προετοιμασία ήρθαν προ τετελεσμένων, ιδίως όταν η εκστρατεία ζητούσε, ιδίως όπως εξελίχθηκε, την κατάκτηση ολόκληρης της Μικράς Ασίας, χωρίς όμως αυτή να έχει προετοιμαστεί να εξελληνιστεί. Αντίθετα, η πλειοψηφία του πληθυσμού της περιοχής, Έλληνες και Μωαμεθανοί, είχε απλώς θρησκευτικά κίνητρα, αναζητούσε μια συμβίωση στη βάση του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας, διέθεταν την κουλτούρα μιας μακραίωνης συμβίωσης και διεκδικούσαν τη διασφάλιση της συνύπαρξής τους χωρίς πολεμικές επιχειρήσεις και κατακτήσεις.1 Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας είχε δώσει εγκαίρως δείγματα γραφής, όταν πέραν του αρχικού ενθουσιασμού που προκάλεσε η αποβίβαση Ελλήνων στρατιωτών στην Μικρά Ασία, η κυβέρνηση του Βενιζέλου δυσκολεύτηκε να εγκαταστήσει διοίκηση στη Σμύρνη, τον Αρ. Στεργιάδη, τον επέλεξε ο Βενιζέλος και τον έφερε από την Ελλάδα, όπως ενώ οι σημαντικότερες διοικητικές θέσεις στη Σμύρνη καλύφθηκαν από υπαλλήλους που ήρθαν από την Αθήνα, και όχι από μια συγκροτημένη και ξεκάθαρη ως προς τις επιδιώξεις της μικρασιατική ελληνική κοινότητα.2 αποδεικνύοντας του λόγου το αληθές. Αλλά υπήρχε και το πρόβλημα με τους άλλους, εθνολογικά, πληθυσμούς της περιοχής. Όταν προσπάθησε ο Βενιζέλος να προωθήσει τη συνεργασία μαζί τους, αυτή συνάντησε την πλήρη αντίδραση των ενδιαφερόμενων πληθυσμών. Αποδείχθηκε ότι η σύμπλευση στα ελληνικά σχέδια των Αρμενίων και των Εβραίων αλλά και των Λεβαντίνων -ανθρώπων ευρωπαϊκής καταγωγής που είχαν γεννηθεί στην Ανατολή- δεν προσφέρθηκε.3

Πέραν αυτού, το κυρίαρχο πρόβλημα ήταν ότι η κυβέρνηση και οι πολίτες της χώρας δεν μπορούσαν να αναλάβουν οικονομικά το εγχείρημα ενός τέτοιου πολέμου. Γιατί οι μόνοι που είχαν μείνει αλώβητοι από τους πολέμους της τελευταίας δεκαετίας ήταν ένα μικρό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, το οποίο, όμως, προσδιοριζόταν από τις ιδιοτυπίες της ελληνικής οικονομικής ανάπτυξης και ανέπτυξε μια επενδυτική συμπεριφορά που σταθμιζόταν από την εύρεση της βραχυπρόθεσμης «ευκαιρίας» και δεν ήταν υποκείμενο στη λογική των μακροπρόθεσμων επενδύσεων που θα απαιτούσε η χρηματοδότηση ενός πολέμου. Έτσι, απολύτως θετικά να στηρίξουν την εκστρατεία εμφανιζόταν μόνο τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου που αντιμετώπιζαν τον πόλεμο ως πηγή προσπορισμού άμεσων κερδών. Πράγματι, οι προηγούμενοι πόλεμοι είχαν δείξει ότι απέφεραν υψηλή κερδοφορία σε ορισμένες επιχειρήσεις με προσανατολισμό στις αγορές στην ανατολική Μεσόγειο, ιδίως αυτές που εμφάνιζαν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου, όπως η τσιμεντοποιία, η σαπωνοποιία, τα λιπάσματα, οι οικοδομές και οι τραπεζικές επιχειρήσεις, και στηρίζονταν σε κρατικές προμήθειες, ενώ συγκέντρωσαν σημαντικές ξένες επενδύσεις, κυρίως στον μεταλλευτικό τομέα, με ιδιαίτερη έμφάση στους επιχειρηματίες του λεγόμενου «Κύκλου της Ζυρίχης», όπως ο Ε. Χαρίλαος, ο Ν. Κανελλόπουλος, ο Α. Χατζηκυριάκος (αργότερα υπουργός οικονομικών της δικτατορίας Μεταξά).4

Ειδικά η εμπειρία από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε σε ορισμένους κεφαλαιοκρατικούς κύκλους ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις δημιούργησαν έναν ιδιότυπο προστατευτισμό που ευνόησε ιδιαίτερα ορισμένους τομείς της ελληνικής βιομηχανίας, ενώ αυξήθηκε η ζήτηση βιομηχανικών προϊόντων, προστατεύθηκε με διατάγματα η βιομηχανική παραγωγή και μάλιστα, το κράτος προχώρησε ακόμα και σε νομοθετικές ρυθμίσεις ώστε να απαλλοτριωθούν ιδιωτικές εκτάσεις για τις εγκαταστάσεις μεταλλουργικών και εκμηχανισμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων.5 Η αύξηση του αριθμού των βιομηχανικών μονάδων μετά τα 1915 επιβεβαίωσε ότι ο πόλεμος ευνοούσε μονάδες με υψηλή συγκέντρωση κεφαλαίου (με πάνω από 50 εργαζόμενους)6 και ότι τα ρούχα και ο ιματισμός για τους φαντάρους γιγάντωσαν, για παράδειγμα, την υφαντουργία των αδερφών Κιρκίνη ή τις επιχειρήσεις που προμήθευαν οπλισμό και πυρομαχικά στον ελληνικό στρατό, όπως, τα Ελληνικά Πυριτιδοποιεία του Μποδοσάκη. Όμως, όσοι μετείχαν σε αυτού του είδους την «ανάπτυξη» αποτελούν περίπου μόνο το 1% της βιομηχανικής δομής της χώρας.7

Επιπλέον, μεγάλη μερίδα του ελληνικού εμπορικού κεφαλαίου ευνοήθηκε από τις συνθήκες αυτές, τόσο σε επίπεδο όγκου και όσο και αξίας με εξαιρετικά υψηλά κέρδη, και ιδίως για τα προϊόντα που αφορούσαν στην αγορά της Μικράς Ασίας, την ίδια στιγμή που οι εμπορικές δραστηριότητες του ελληνικού κεφαλαίου στον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία εξηγούν και την ευκολία με την οποία αποφασίστηκε η Ουκρανική Εκστρατεία. Αυτές οι επιχειρήσεις μπορούσαν να στηρίξουν οικονομικά τον πόλεμο αφού διέθεταν ένα τεράστιο ενεργητικό στις συναλλαγές τους με την Τουρκία, το οποίο, περιορίζοντας τις επιδιώξεις των Νεότουρκων,8 θα μπορούσε μέσω της παρουσίας ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και τη δημιουργία μιας ελεύθερης εμπορικής ζώνης εκεί9 να αυξηθεί ακόμη περισσότερο,10

Το πρόβλημα ήταν ότι για να αποτελέσουν πολεμικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα οι οικονομικοί αυτοί κύκλου έπρεπε να θυσιάσουν τα κέρδη τους, μαζί με το γιγαντωμένο, την περίοδο εκείνη τραπεζικό κεφάλαιο που έδειξε να ευνοείται σκανδαλωδώς από τους πολέμους (το 1909 ιδρύεται το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και τα Εμπορικά και Βιομηχανικά Επιμελητήρια και ασφαλιστικές και ανώνυμες εταιρίες και επιχειρήσεις, στα 1916 η Τράπεζα Πειραιώς, στα 1918 ιδρύθηκε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και η American Express CO, η Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος, η Ελληνική Τράπεζα Εμπορίου, Βιομηχανίας και Ναυτιλίας η Τράπεζα Βιομηχανίας, η Τράπεζα Εθνικής Οικονομίας, η Τράπεζα Κοσμαδόπουλου, ενώ στα 1919 και 1920, την ίδια την περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας η Τράπεζα Χίου και η Τράπεζα Θεσσαλίας στα 1920). Όμως, η παράδοση μια χαλαρής εποπτείας του κράτους έναντι των τραπεζών (μόνο το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ήταν κρατικές τράπεζες) δεν επέτρεπε την εύκολη χρηματοδότηση του πολέμου από τις πηγές αυτές.

Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις που δυνητικά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ελληνική πολεμική προσπάθεια πρέπει να προστεθούν και τα ξένα πιστωτικά ιδρύματα που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη και ανταγωνίζονταν τα ελληνικά κεφάλαια, ενώ από τα 1918 είχαν ξεκινήσει εκτεταμένες εξαγορές επιχειρήσεων ή χρηματοδοτήσεις βιομηχανικών κεφαλαίων. Την περίοδο, δηλαδή, εκείνη μεγάλωνε η εξάρτηση της χώρας από το ξένο κεφάλαιο, όταν στα χρόνια 1901-1920 το σύνολο των μεγάλων επιχειρήσεων που ιδρύθηκαν αφορούσαν ξένες επενδύσεις, κάτι που καθιστούσε τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονταν από πίσω κύριους παράγοντες των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεωνστη χώρα.11

Μάλιστα, η γιγάντωση των τραπεζών (κυρίως της Εθνική Τράπεζας και της Τράπεζας Αθηνών) με κεφάλαια που ελέγχονταν από ξένους επενδυτές (κυρίως με βρετανικά και γαλλικά κεφάλαια)12 δεν επέτρεπε καν τον έλεγχο τους από το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών.13 Αλλά και ο τελευταίος τομέας του ελληνικού κεφαλαίου που είχε την ευρωστία να ανταποκριθεί στις πολεμικές απαιτήσεις, το εφοπλιστικό κεφάλαιο, παρότι είχε επωφεληθεί από το σπάσιμο των ναυτικών αποκλεισμών στον Ά παγκόσμιο Πόλεμο, την άνοδο των κομίστρων, τις αποζημιώσεις για τις καταστροφές των πλοίων που προκλήθηκαν λόγω της παγκόσμιας σύγκρουσης, και είχε μια τεράστια αύξηση κερδών σε επίπεδα πάνω από 400% σε σχέση με την περίοδο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο,14 φάνηκε απρόθυμο να βοηθήσει το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών. Και αυτό παρότι ήταν το ελληνικό κράτος εκείνο που τους βοήθησε να αναπληρώσουν πολύ σύντομα τα πλοία τους που βυθίστηκαν λόγω του πολέμου, 15 δεν τους φορολογούσε, μεσολαβούσε σε υπέρογκες εγγυήσεις που τους παρείχε, την ίδια στιγμή που εκείνοι θεωρούσαν την χρηματοδότηση του πολέμου την πλέον αντιπαραγωγική πρακτική.16

Υπό τους όρους αυτούς, στις δυσκολίες χρηματοδότησης του πολέμου προστέθηκε και το γεγονός ότι η εκστρατεία έριξε κάθετα τις εισαγωγές των προϊόντων, ιδίως μετά τον Νοέμβριο του 1920, και ιδιαίτερα σε αυτά άμεσης ανάγκης, όπως σιτηρά, άλευρα και κάρβουνο και προκάλεσε τεράστιες πληθωριστικές πιέσεις εις βάρος των φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού. Η πτώση αυτή γέννησε αναταράξεις και στη συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής, ευνοώντας κερδοσκοπικές πρακτικές που έπλητταν άλλες μερίδες κεφαλαίου που δήλωναν ως εκ τούτου ιδιαίτερα απρόθυμες να ενισχύσουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Αλλά και οι υπάρχουσες ελλείψεις σε τομείς της βαριάς βιομηχανίας που συνδέονταν άμεσα με υλικά του πολέμου (σιδηροπυρίτης, μαγγάνιο, μαγνησίτης κλπ) λόγω των καταστροφών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συμπλήρωσε το πρόβλημα.17

Συνεπεία όλων αυτών, ο πόλεμος της Μικράς Ασίας συμβάδισε με την παρατεταμένη κρίση στα δημόσια οικονομικά σε συνθήκες όπου το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε ραγδαία με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν και το βασικό εξαγωγικό προϊόν η σταφίδα, που απέφερε το ήμισυ των συνολικών εξαγωγικών εσόδων, έπαψε να πωλείται, ιδίως μετά τα 1915. Το γεγονός ότι επηρεάστηκε και η εξαγωγή ελληνικών καπνών εξαιτίας της βουλγαρικής κατοχής της Μακεδονίας και της Θράκης, κύρια περιοχή καλλιέργειας καπνού, επιδείνωσε το πρόβλημα των δημοσίων εσόδων, γιατί σταμάτησαν και οι εκεί εξαγωγές. Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που τα πολεμικά χρέη επέφεραν αύξηση των έμμεσων φόρων και το κόστος ζωής ανέβαινε ανεξέλεγκτα -οι τιμές τετραπλασιάστηκαν μεταξύ 1914-1918-.18 Πέραν αυτού, τα έσοδα του κράτους μειώνονταν με γεωμετρική πρόοδο, αφού η εργατική δύναμη είχε μειωθεί λόγω των συνεχών επιστρατεύσεων, είχε αρχίσει να συρρικνώνεται η βιομηχανική αλλά και η αγροτική παραγωγή, ενώ οι επιτάξεις για την εύρεση κεφαλαίων για την μεταφορά του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία είχαν μειώσει την διαθέσιμη αγροτική παραγωγή τόσο, ώστε να είναι το 1921 μικρότερη από ό,τι ήταν στα 1911 μόνο στην Παλιά Ελλάδα. Την ίδια στιγμή μειώθηκαν τα κοπάδια και η κρίση στην αγορά αγροτικών προϊόντων και την κατανάλωση κρέατος προκάλεσε τη γενική επιδείνωση της υγείας των ανθρώπων. 19

Το αποτέλεσα όλων αυτών ήταν η υποβάθμιση της θέσης και της εισοδηματικής κατάστασης των αγροτικών και εργατικών στρωμάτων την περίοδο 1917-1920, ακόμα και σε σχέση με την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η διατήρηση της αναλογίας έμμεσων και άμεσων φόρων εις βάρος των πρώτων, η επιβολή νέων άμεσων φορολογιών που επέφερε ο πόλεμος, ο υψηλός πληθωρισμός, η έλλειψη κατοικιών που παρατηρήθηκε στα εργατικά προάστια των αστικών κέντρων, επιδείνωσαν τους όρους ζωής των λαϊκών στρωμάτων και την φοροδοτική ικανότητα τους. Παράλληλα, ενώ είχε διπλασιαστεί στα 1919 η φορολογική επιβάρυνση των πολιτών σε σύγκριση με τα 1914, τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα, ο πληθωρισμός κάλπαζε,20 είχε εκτιναχθεί στα ύψη η παιδική θνησιμότητα, η φυματίωση προκαλούσε εκατόμβες νεκρών, όπως και τα αφροδίσια, σε μια χώρα χωρίς καμιά υποδομή νοσοκομειακής περίθαλψης. Είναι ενδεικτικό για το μεγέθος του προβλήματος, ότι ενώ με νόμο είχαν αυξηθεί τα ενοίκια καταστημάτων και οικιών κατά 80% για να συντηρήσουν τα έξοδα του πολέμου, αυτό δημιούργησε μια άνευ προηγουμένου κρίση στέγης στην Ελλάδα.21

Σε αυτές τις συνθήκες όταν ο Βενιζέλος παράπεμψε το θέμα της συνέχισης του πολέμου στη λαϊκή ψήφο στις 20 Νοεμβρίου 1920 το εκλογικό σώμα του ζήτησε έμμεσα να σταματήσει τον πόλεμο, χάνοντας τις εκλογές. Μάλιστα, η αντιβενιζελική παράταξη διεύρυνε τις προσβάσεις της σε κοινωνικές δυνάμεις που παραδοσιακά στήριζαν τους Φιλελεύθερους, ιδίως εργατικές και μικροαστικές, στη βάση, ακριβώς, της αντίδρασης στη συνέχιση του πολέμου. Το γεγονός επέτρεψε στους Αντιβενιζελικούς να ηγηθούν, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, ενός άτυπου μετώπου συμμαχίας μικροαστικής και εργατικής τάξης με τη μοναρχία, χωρίς αυτό να αντιστοιχεί στις πραγματικές πολιτικές διαθέσεις του ελληνικού λαού.22 Έτσι, παρά τις διθυραμβικές ιαχές της μεγάλης Ιδέας μετά τη συνθήκη των Σεβρών,23 και τον ανάλογο ενθουσιασμό που γέννησε με τις διαρρυθμίσεις της και η συνθήκη του Νειγύ (27 Νοεμβρίου 1919),24 λίγους συγκίνησε το γεγονός ότι την ημέρα των εκλογών οι εφημερίδες των Βενιζελικών ζητούσαν από τους εκλογείς να στηρίξουν τη «Μεγάλη Ελλάδα», ο χάρτης της οποίας περιελάμβανε όλη τη ζώνη της Σμύρνης και τις περιοχές πέραν αυτής.25 Αντίθετα με τις προσδοκίες του, το κόμμα των Φιλελευθέρων κέρδισε μόνο 118 από τις 369 έδρες,26 ενώ τις μισές από αυτές εξασφάλισε χωρίς αντίπαλο συνδυασμό στη Δυτική και Ανατολική Θράκη που ήταν υπό τον έλεγχο τους στρατού.27 Να σημειωθεί ότι η ήττα του Βενιζέλου επήλθε παρότι η αντιπολίτευση δεν είχε καν αναγνωρισμένο αρχηγό.28 Στην δε προκήρυξη αποχαιρετισμού την οποία εξέδωσε ο Βενιζέλος, στις 4 Νοεμβρίου 1920, με αφορμή τη μετοίκησή του στο εξωτερικό, ο ίδιος τόνισε ότι το αποτέλεσμα έδειξε ότι δύσκολα ένας λαός θα ανεχόταν μια επιστράτευση επί διετίας και παρά την ανακωχή και τον τερματισμό του πολέμου (Α΄ Παγκόσμιος) να παραμένει επιστρατευμένος.29 Ήταν αυτό σε πλήρη αντιστοίχιση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στους κόλπους του ελληνικού στρατού, όπου οι εν ενεργεία στρατιώτες του μετώπου είχαν, μετά την αρχική ευφορία στα 1919, το ίδιο αριθμητικό μέγεθος στα 1921 με τους λιποτάκτες κάθε μορφής και τους ανυπότακτους.30

Κατά συνέπεια, για να καλυφθούν τα έξοδα ενός τέτοιου πολέμου που θα αυξάνονταν συνέχεια, δεχόμενος ο ελληνικός στρατός το βάρος όλης της τουρκικής ενδοχώρας στην εξέλιξη των επιχειρήσεων,31 το μόνο που απέμενε ήταν οι χρηματοδοτήσεις από εκείνους που έδωσαν την εντολή να διεξαχθεί η εκστρατεία, δηλαδή τις Μεγάλες Δυνάμεις. Δεδομένου ότι, έτσι ή αλλιώς, τη χρηματοδότηση των πολέμων πριν τη μικρασιατική Εκστρατεία κάλυπτε ο εσωτερικός δανεισμός και ομολογίες που απευθύνονταν στους εγχώριους κεφαλαιούχους ή κυρίως με απευθείας δανεισμό από το εξωτερικό, μια εκστρατεία στη Μικρά Ασία που στόχευε στην παραμονή εκεί ελληνικού στρατού τουλάχιστον για 5 χρόνια θα είχε μέλλον μόνο όταν θα χρηματοδοτούνταν αφειδώς από το εξωτερικό. Και στην περίπτωση αυτή, μια υπερβολική επέκταση των απαιτήσεων του πολέμου θα επέβαλε, έτσι ή αλλιώς, εξ αντικειμένου αποκλεισμούς από την χρηματαγορά του εξωτερικού.

Με άλλα λόγια, έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί με σαφείς ρήτρες η χρηματοδότηση του πολέμου από μια μεγάλη χώρα, γιατί σε άλλη περίπτωση ο μόνος τρόπος χρηματοδότησης θα ήταν η εκτύπωση χαρτονομίσματος με τον υπερπληθωρισμό που αυτό, αργά ή γρήγορα, θα προκαλούσε. Γιατί τότε η εσωτερική κρίση που θα γεννούσε θα αποδιάρθρωνε και την εσωτερική αγορά δανείων. Το μόνο που εξασφάλιζε στην αντιμετώπιση του βασικότερου προβλήματος του πολέμου ήταν η κάλυψη του εκδιδόμενου χαρτονομίσματος υπό την εγγύηση ξένου συναλλάγματος με την έγκριση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Γιατί μόνο η προσφυγή σε αυτές, ήδη από τα 1918- 1919, εξασφάλισαν τη σταθεροποίηση του κρατικού προϋπολογισμού και απέτρεψαν εκδηλώσεις νομισματικού πανικού, όταν απαιτήθηκε, τον Φεβρουάριο του 1918, να τυπωθούν 850.000.000 δραχμές, για τις οποίες το δημόσιο ταμείο ανέμενε να του καταβληθούν μεταπολεμικά από τους συμμάχους.

Τα χρήματα αυτά αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να δοθούν πίσω, ακριβώς στη φάση της προετοιμασίας των ελληνικών επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία, γιατί το καλοκαίρι του 1920 το φράγκο υποτιμήθηκε έναντι της δραχμής, στερώντας τα χρήματα για την ανακούφιση των καθημαγμένων πολιτών, τον Νοέμβριο του 1920, όπως περίμενε η κυβέρνηση, τότε που ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές. Με το πρόσχημα της επανόδου του Κωνσταντίνου και της αντίδρασης σε αυτόν τα χρήματα αυτά δεν δόθηκαν ποτέ πίσω στην Ελλάδα από τις συμμαχικές κυβερνήσεις.

Η εξέλιξη αυτή έδειξε και την πλήρη αδυναμία των εκτιμήσεων των τότε οικονομολόγων και των υπουργών Οικονομικών να αντιληφθούν το πρόβλημα. Ο Εμ. Τσουδερός, βασικός εμπειρογνώμονας όλων των ελληνικών κυβερνήσεων και επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδος, αρθρογραφούσε στις παραμονές της εκστρατείας ότι η Ελλάδα μπορούσε με σχετική ευκολία να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα προβλήματά της και να χρηματοδοτήσει τον προϋπολογισμό της, σε ένα κλίμα μιας απερίσκεπτης αισιοδοξίας που διαπίστωναν όλοι οι ξένοι οικονομικοί παρατηρητές. Και όμως, οι έντονες οικονομικές αδυναμίες ήταν έκδηλες, κυρίως συνεπεία της κάθετης αύξησης του ημερήσιου κόστους του πολέμου που από τα 2,8 δισεκατομμύρια δραχμές στα 1919 ανέβηκε στα 1922 στα 8 δις.32 Ο πληθωρισμός παρέμενε σε υψηλά επίπεδα παρότι είχε λήξει ο παγκόσμιος πόλεμος, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του κράτους προερχόταν από δάνεια, ενώ η αύξηση των προκαταβολών προς το κράτος από την Εθνική Τράπεζα ήταν το μόνο μέσο συντήρησης του προϋπολογισμού. Δεδομένου ότι η επέκταση της εμπλοκής στην εκστρατεία απογείωνε τα έξοδα του κράτους έπρεπε να σταθμιστούν άμεσα οι δυνατότητές του κράτους και να συρρικνωθούν οι υπερφίαλες επιδιώξεις.

Να σημειωθεί ότι ο Βενιζέλος είχε προειδοποιηθεί τον Οκτώβριο του 1918 από τον υπουργό Οικονομικών της Κυβέρνησης Μιλτιάδη Νεγρεπόντη ότι ο προϋπολογισμός αντιμετώπιζε ήδη τεράστιες δυσκολίες,33 ενώ οι επενδυτές διαμαρτύρονταν ότι οι κυβερνήσεις αύξαιναν συστηματικά τη χρηματική κυκλοφορία, καταστρατηγώντας τους κανόνες του χρυσού και έτσι σταδιακά απείχαν από τους κρατικούς δανεισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ του 1917 και του 1923 είχαμε έξι φορές μεγαλύτερη κυκλοφορία τραπεζογραμματίων (από 874.163 σε 4.681.200 σε χιλιάδες δραχμές), μια τεράστια αύξηση που συνεχίστηκε και τα υπόλοιπα χρόνια λόγω και της ανάγκης κάλυψης των αναγκών των προσφύγων (την πενταετία 1922-1926 η αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας ήταν γύρω στο 60%). Οι περισσότερες εκδόσεις αυτής της μορφής με αναγκαστική κυκλοφορία πραγματοποιήθηκαν την τριετία των καθεαυτό πολεμικών συγκρούσεων, δηλαδή μεταξύ 1920-1923 και μόνο όταν αυτές σταμάτησαν κατέστη δυνατό να επιβραδυνθεί ο ρυθμός της νομισματικής κυκλοφορίας, έχοντας, όμως, γεννήσει την κουλτούρα των ακάλυπτων μαζικών εκδόσεων που επισφράγισαν σε συνθήκες ενός δυσθεώρητου δημόσιου χρέους, την οικονομική πορεία της χώρας σε ολόκληρη την περίοδο του μεσοπολέμου.34

Ειδικά την περίοδο 1921-1922 οι δαπάνες των υπουργείων που σχετίζονταν άμεσα με τον πόλεμο απορρόφησαν το 60% των συνολικών κρατικών δαπανών, ενώ μόνο το τέλος του πολέμου επέφερε μια κάποια μείωση (το 41% στα 1923 και μόνο το 28% στα 1926). Μάλιστα, την ίδια στιγμή οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι δεν μπορούσαν να καλύψουν τα ανοίγματα του προϋπολογισμού, με ιδιαίτερα βραδύ ρυθμό στην απόδοση των άμεσων φόρων που υποχρέωσε και σε επιδείνωση της αναλογίας τους με τους έμμεσους και από 1 προς 1,8 το 1920 να μετεξελιχθεί σε 1 προς 2,77 στα 1924 και 1 προς 3,14 στα 1927, δείχνοντας ότι το κόστος του πολέμου και των συνεπειών του έπεφτε στα λαϊκά στρώματα.

Στην ουσία, η κάλυψη του οικονομικού ανοίγματος λόγω του πολέμου χρηματοδοτήθηκε με έκτακτα έσοδα που προήλθαν από εσωτερικά δάνεια (μεταξύ των οποίων και δύο αναγκαστικά), είτε από την έκδοση χαρτονομίσματος. Αντίθετα, η άλλη πιθανή πηγή κάλυψης των εξόδων, τα δάνεια από το εξωτερικό, παρέμεινε σε εμβρυώδη μορφή. Ιδιαίτερα, λόγω της πολιτικής αλλαγής με την επάνοδο του Κωνσταντίνου και το πρόσχημα που δόθηκε στις εν γένει απρόθυμες ξένες κυβερνήσεις να μην χρηματοδοτήσουν με δάνεια ένα πόλεμο για τον οποίο δεν πίστευαν στην ευμενή εξέλιξή του για την Ελλάδα, χάθηκε εντελώς η πρόσβαση στα ξένα δανειακά κεφάλαια. Όλες οι προσπάθειες του τότε υπουργού Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Δ. Μάξιμου να εξασφαλίσει πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές έπεσαν στο κενό, παρά την αγγλοελληνική συμφωνία που υπέγραψε ο Γούναρης με τη Βρετανία, τον Δεκέμβριο του 1921.

Η λύση του Πρωτοπαπαδάκη ως υπουργού Οικονομικών με την διχοτόμηση του χαρτονομίσματος, στις 25 Μαρτίου 1922, και τις ανταλλαγές με τα εικοσαετή ομόλογα του δημοσίου, που τα εισέπραξε το κράτος ως δάνειο, μπορεί να μην προκάλεσε περαιτέρω αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας και να την μείωσε κατά 1.288 δισ. δραχμές, αλλά ήταν ένα αναγκαστικό δάνειο με περιορισμένα όρια αντιμετώπισης του προβλήματος, όταν το έλλειμμα του προϋπολογισμού συνεχώς αύξανε. Να σημειωθεί ότι στα 1924 χρειάστηκε πάλι ένα δάνειο της ίδιας μορφής με περικοπή της αξίας του χαρτονομίσματος κατά το ¼, γιατί το κράτος αδυνατούσε να πληρώσει τα γραμμάτια του υπουργείου Εθνικής Αμύνης που είχαν εκδοθεί αρχικά στα 1918-1920.

Ήταν πλέον προφανές ότι η Ελλάδα χρειαζόταν την οικονομική συμπαράσταση των δυνάμεων που της υπέδειξαν να εμπλακεί με την μικρασιατική εκστρατεία, αφού εκτός των άλλων η δραχμή παρουσιαζόταν στις διεθνείς αγορές υπερτιμημένη έναντι των ευρωπαϊκών νομισμάτων, γεγονός που αποθέωσε στα 1919 κερδοσκοπικές τάσεις, ενώ η έντονη ζήτηση για εισαγωγές επιδείνωσε περαιτέρω το εμπορικό έλλειμμα, συρρικνώνοντας επιπλέον τα συναλλαγματικά αποθέματα. Η τρομακτική αύξηση του δημόσιου χρέους υπερέβη κάθε επίπεδο λογικής, αφού εκκρεμούσε και η αποπληρωμή των πολεμικών δανείων προς τις μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ). Αντίθετα, ο Βενιζέλος και οι κυβερνήσεις που τον διαδέχτηκαν αφέθηκαν να παρασυρθούν από τις ρυθμίσεις της συμφωνίας των Σεβρών, μια διευθέτηση που οι περισσότεροι παρατηρητές και παράγοντες της τότε διαδικασίας (Poincare, Γούναρης, Μεταξάς κ.α) θεωρούσαν επισφαλή και ανεφάρμοστη, και καμία κυβέρνηση δεν την επικύρωσε.35 Εντελώς σε πείσμα της λογικής ο Βενιζέλος βασίστηκε και μόνο στην φιλία και τις λεκτικές διαβεβαιώσεις του βρετανού πρωθυπουργού Lloyd George, τη στιγμή που ακόμα και η πολιτική του θέση στην βρετανική πολιτική σκηνή δεν ήταν διασφαλισμένη, οι Συντηρητικοί ήταν το ισχυρότερο κόμμα στο βρετανικό κοινοβούλιο αλλά δεν ασκούσαν κυβερνητικά καθήκοντα, ενώ και ο ίδιος ο Lloyd George δεν ήταν ο απόλυτα αναγνωρισμένος ηγέτης του κόμματος των Φιλελευθέρων το οποίο είχε χωριστεί μεταξύ των δικών του υποστηρικτών και του πρώην πρωθυπουργού H. Asquith από τον οποίο δεχόταν ισχυρή εσωκομματική αντιπολίτευση.36

Πράγματι, η εμπιστοσύνη του Βενιζέλου στις διαβεβαιώσεις του Λ. Τζωρτζ δεν υπολόγιζε ότι η πολιτική κατάσταση στην Βρετανία την περίοδο εκείνη ήταν ιδιαιτέρως ασταθής λόγω των επιπτώσεων του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ο Lloyd George, στην υποστήριξη του οποίου είχε τόσα επενδύσει ο Βενιζέλος, ήταν ένας από τους παράγοντες της αστάθειας. Έτσι, η συμμαχική κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί στα 1915 Συντηρητικών, Φιλελευθέρων και Εργατικών υπό την πρωθυπουργία του ηγέτη του Κόμματος των Φιλελευθέρων H. Asquith, εσωκομματικού αντιπάλου του Lloyd George, ανετράπη στα τέλη του 1916, μέσω των δυσκολιών να χρηματοδοτηθεί η βρετανική πολεμική προσπάθεια, και αντικαταστάθηκε μια νέα με επικεφαλής τον Lloyd George.

Μέσα σε έντονους διαξιφισμούς μεταξύ των δύο ανδρών, ο Asquith διατήρησε τον έλεγχο του κομματικού μηχανισμού των Φιλελευθέρων και ήταν εκείνος που αναγνωριζόταν ως αρχηγός στο κόμμα του σε μια εξοντωτική εσωκομματική αντιπαράθεση. Αυτή σύντομα προκάλεσε ρήξη στο κόμμα των Φιλελευθέρων, συγκροτήθηκε μια αντιπολιτευτική ομάδα Ανεξαρτήτων, και αν και Φιλελεύθεροι διατήρησαν τον κυβερνητικό θώκο στις εκλογές του 1919, το κόμμα είχε αρχίσει να φθίνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ειδικά μετά τον Ιανουάριο του 1922 στην πιο κρίσιμη φάση του μικρασιατικού πολέμου, οι αντιθέσεις των δύο ανδρών κατέστησαν ανεξέλεγκτες με αντιπαραθέσεις τους ακόμα και μέσα στο ίδιο το βρετανικό κοινοβούλιο. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ανατράπηκε και η κυβέρνηση του Lloyd George, τον Οκτώβριο του 1922.37

Αλλά πέραν της ασταθούς θέσης του Lloyd George, οι Έλληνες πολιτικοί δεν υπολόγισαν τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της Βρετανίας την περίοδο εκείνη, λόγω των επιπτώσεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και το οικονομικό πρόβλημα με τη συγκρότηση του Ιρλανδικού Κράτους που δημιουργήθηκε στα 1921. Τόσο τα έξοδα αυτής της διαδικασίας ήταν μεγάλα για να μπορεί η Βρετανία να στηρίξει οικονομικά τις παρακινδυνευμένες εξελίξεις στο Μικρασιατικό Μέτωπο, αλλά και τα οικονομικά προβλήματα των Βρετανών πολιτών εξίσου έντονα. Αν και ως υπουργός Πολέμου ο Lloyd George πέτυχε να βελτιώσει τα οικονομικά της κυβέρνησης και να εξασφαλίσει συμφωνίες με τα συνδικάτα ώστε να βελτιώσει την βρετανική πολεμική παραγωγή, η ανατροπή της κυβέρνησης Asquith, οφειλόταν στην αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις σε επίπεδο τροφίμων, που την υποχρέωσαν να επιβάλει δελτίο στα τρόφιμα και να ενισχύσει την αγροτική παραγωγή με μεταφορές με κρατικά οχήματα, η οποία, όμως, είχε υποστεί καθίζηση λόγω της έλλειψης εργατικών χεριών.

Τα ίδια έντονα προβλήματα αντιμετώπιζε και ο Lloyd George ως πρωθυπουργός, στα οποία προστέθηκαν και κάποιες αποτυχίες του βρετανικού στρατού στο μέτωπο. Ωστόσο, η θετική τροπή του πολέμου μετά τον Δεκέμβριο του 1918 τον βοήθησαν να ανανεώσει τη συμμαχία του με τους Συντηρητικούς και να παραμείνει πρωθυπουργός χωρίς να περιορίσει και την κοινωνική δυσαρέσκεια. Έτσι, στις εκλογές αυτές (Coupon Election) νίκησε το συμμαχικό σχήμα τμήματος των Φιλελευθέρων με τους Συντηρητικούς και μάλιστα με ισχυρή πλειοψηφία (525 στις 707 θέσεις στο κοινοβούλιο), όμως οι Συντηρητικοί εξασφάλισαν τα 2/3 των βουλευτών της Συμμαχίας.

Αλλά για να σταθεροποιήσει την οικονομική κατάσταση χρειάστηκε ένα ευρύ κοινωνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, κυρίως στο θέμα της στέγασης, αν και η αντιπαράθεση με τα συνδικάτα έφτασε στο απόγειο της, όταν η οικονομική κρίση στα 1920 εντάθηκε, οι ελλείψεις έγιναν κεφαλαιώδεις, όπως και η ανεργία που εκτινάχθηκε, γεγονός που τον υποχρέωσε τελικά σε περιοριστικές πολιτικές στα 1921- 1922. Πάντως για να εκφύγει των πολιτικών αδιεξόδων, έναντι ενός λαού που πένονταν, ο Lloyd George αναγκάστηκε για να αντιμετωπίσει την κρίση στέγης στη μαζική στέγαση (Housing and Town Planning Act 1919) με την κατασκευή πάνω από

200.000 κατοικιών, ενώ η κυβέρνηση του έδωσε γη στους αγρότες και στέγη σε αγροτικές περιοχές, επιδοτήσεις ενοικίων αλλά και πλαφόν στα ενοίκια αυτά. Με την Unemployment Insurance Act του 1920 δόθηκε εθνική ασφάλιση σε 11.000.000 εργάτες και τα τρία τέταρτα των Βρετανών εργατών καλύφθηκαν από τα ταμεία ανεργίας, ενώ και οι αγρότες έλαβαν βασικό μισθό και εγγυήσεις για το ύψος των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Δόθηκαν επιδόματα στους ανέργους, στις γυναίκες και τα εξαρτώμενα παιδιά τους. Η υγειονομική περίθαλψη προσφέρθηκε σε πολύ περισσότερους, όπως και δόθηκαν συντάξεις σε εκατομμύρια, όπως και σε αυτούς που είχαν εργατικά ατυχήματα. Ανάμεσα στα άλλα η Βρετανία αντιμετώπισε και το έντονο πρόβλημα με την ισπανικής γρίπη, που μάλιστα έπληξε και τον ίδιο τον Lloyd George αλλά τελικά επιβίωσε.38

Δεδομένων αυτών των συνθηκών στη Μεγάλη Βρετανία, οι Βρετανοί, παρά τη γενική στήριξή τους, με τον πιο επίσημο τρόπο στις 19 Μαρτίου 1920 προς την Ελλάδα, ενημέρωσαν τον Βενιζέλο, πριν καν αποβιβαστεί επαρκής ελληνικός στρατός στη Σμύρνη, μέσω του υπουργού Πολέμου αλλά και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου του στρατού της Κοινοπολιτείας H. Wilson ότι δεν μπορούσε να αναμένει ουσιαστική βοήθεια από τα βρετανικά στρατεύματα στην επιβολή των όρων της συνθήκης των Σεβρών.39 Αλλά και οι Γάλλοι είχαν ενημερώσει τον Έλληνα πρωθυπουργό, στις αρχές Αυγούστου του 1919, ότι δεν είχαν πρόθεση να στηρίξουν μια νέα βαλκανική εκστρατεία του, ενώ στις 8 Νοεμβρίου 1919, ο Clemenceau κατηγόρησε πλέον ανοικτά την ελληνική κυβέρνηση ότι είχε υπερβεί τα όρια της συμμαχικής εντολής και όφειλε να προσανατολιστεί στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της τουρκικής επικράτειας.40 Μάλιστα, ο αντικαταστάτης του Clemenceau στην πρωθυπουργία της Γαλλίας, A. Millerand, πρότεινε στους Βρετανούς, στις 14 Φεβρουαρίου 1920, την απομάκρυνση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Σμύρνη. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν στον Βενιζέλο την αδυναμία της Βρετανικής Κυβερνήσεως να παρέχει βοήθεια σε άνδρες στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, και μάλιστα ο Wilson ευθέως δήλωσε ότι τυχόν συνέχιση της εκστρατείας, υπό αυτές τις προϋποθέσεις θα αποτύγχανε και η χώρα θα οδηγούνταν στην καταστροφή.41 Οι δε Ιταλοί με το όνειρο για κυριαρχία στη Μεσόγειο (Mare nostrum)42 είχαν εκδηλώσει από την αρχή τις αντιρρήσεις τους και προσπάθησαν να δημιουργήσουν τετελεσμένα, σπεύδοντας να αποβιβάσουν 17.000 άνδρες στην Αττάλεια (λίγο μετά την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου). 43 Οι δυνάμεις αυτές κατευθύνθηκαν προς το Αϊδίνιο και τη Σμύρνη, επεκτείνοντας την κυριαρχία τους στην ευρύτερη περιοχή44και, αν και υποχώρησαν τελικά, να μην απαιτήσουν την εκδίωξη των Ελλήνων από τη Σμύρνη, προμήθευαν όπλα στους κεμαλικούς, ενώ από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα διέρχονταν σώματα ατάκτων που τρομοκρατούσαν τα ελληνικά χωριά στα τουρκικά παράλια.45

Το βασικότερο, όμως, ήταν ότι η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν θα μπορούσε να ήταν σταθερή, αφού η περιοχή της Μικράς Ασίας και της Κιλικίας είχαν καταστεί απολύτως απαραίτητες για τις Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω της σημασίας των αποθεμάτων πετρελαίου που είχαν εντοπιστεί εκεί, και δεν θα διακινδύνευαν να δημιουργήσουν ένα εχθρικό τοπικό πληθυσμό έναντι τους στις περιοχές εκείνες. Το πετρέλαιο είχε γίνει πια η καύσιμη ύλη των περισσότερων ατμομηχανών και αυτό θα σήμαινε ότι διακινδύνευαν να απωλέσουν τα 14.500.000 βαρέλια, που παρήγαγε σε μια μόνο χρονιά, στα 1920, η περιοχή, και όποιος τα ήθελε έπρεπε να εξασφαλίσει την αποδοχή αυτού που θα ασκούσε έλεγχο στην περιοχή των πετρελαιοπηγών, δηλαδή των Τούρκων, αν δεν κατόρθωνε ο ελληνικός στρατός να επιβληθεί.46 Την ίδια στιγμή συγκρούονταν εκεί διάφορα τραστ πετρελαίου με προσβάσεις στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως έδειχνε η περίπτωση του λόρδου Curzon, υπουργού Εξωτερικών της Αγγλίας, που ήταν και βασικός μέτοχος της Turkish Petroleum, η οποία είχε ιδρυθεί με κεφάλαια της αγγλικής Shell, και ήταν αυτός που ζήτησε από την Ελλάδα στα 1922 να εγκαταλείψει τις βλέψεις της στο μικρασιατικό μέτωπο.47 Επίσης, οι σύμβουλοι του προέδρου W. Wilson των ΗΠΑ, που και αυτές εκδήλωναν άμεσο ενδιαφέρον για την περιοχή, J. Foster Dulles, T. William Lamont, ήταν ταυτόχρονα και επικεφαλής των διοικητικών συμβουλίων των τραστ Morgan και Rockfeller, δίνοντας και αυτοί ανταγωνιστική μάχη για τα πετρέλαια της Εγγύς Ανατολής.48

Την ίδια στιγμή και οι γεωπολιτικοί προσανατολισμοί των συμμάχων των ελληνικών κυβερνήσεων ήταν άλλοι από αυτές στους οποίους επένδυε ο Έλληνας πρωθυπουργός και αντίθετοι με τα μεγαλεπήβολα σχέδια που προωθούσε, στα όρια μεγαλομανίας, για έναν συνολικότερο διακανονισμό του «ανατολικού ζητήματος».49 Αυτά εκφράστηκαν, τον Νοέμβριο του 1918, στο υπόμνημα που υπέβαλε στον Βρετανό πρωθυπουργό Lloyd George, θεωρώντας δεδομένη την απόσπαση της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Μεσοποταμίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προωθώντας προτάσεις ακόμα και για αλλαγή της πρωτεύουσας του Οθωμανικού κράτους και μεταφορά της στο Ικόνιο ή την Προύσα, προτείνοντας την ίδρυση ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Αρμενίας, τη σύσταση ενός ανεξάρτητου κράτους στην Κωνσταντινούπολη και τα Στενά υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών. Στα πλαίσια αυτά εντασσόταν και η προσάρτηση της δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα. 50 Η ζώνη που ο ίδιος διεκδικούσε περιγραφόταν ως το έδαφος δυτικά μιας γραμμής που εκκινούσε στο νότο από την ακτή έναντι του Καστελόριζου και έφθανε στο βορρά στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Ο δε διαχωρισμός της δυτικής Μικράς Ασίας από το υπόλοιπο οθωμανικό κράτος στηριζόταν στο επιχείρημα ότι η δυτική Μικρά Ασία είχε κοινά στοιχεία στη γεωμορφολογική της διαμόρφωση με την ηπειρωτική Ελλάδα,51 σε τέτοιο σημείο που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια κοινή χώρα αλλά και πληθυσμούς στους οποίους πλειοψηφούσαν οι Έλληνες, με την «έντεχνη» προσθήκη των κατοίκων του ανατολικού Αιγαίου.52

Όμως, οι ελληνικές φιλοδοξίες για την περιοχή προσέκρουαν στην γεωπολιτική και οικονομική της σημασία για τις Μεγάλες Δυνάμεις και τους αναπόφευκτους ανταγωνισμούς τους.53 Για ένα χώρο που η κυριαρχία επάνω του θα απέφερε τον έλεγχο μιας ευρύτατης περιοχής της ανατολικής Μεσογείου (Διώρυγα του Σουέζ, προσβάσεις στην Μέση Ανατολή και της Ασίας, Στενά και Μαύρη Θάλασσα) αλλά και με τέτοια οικονομική σημασία ήταν περίπου αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι θα μπορούσε να υπερβεί τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς που γεννούσε.54 Ειδικά η Βρετανία, έχοντας μια δεσπόζουσα οικονομική θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τόσο ως χώρα που κατανάλωνε βρετανικά προϊόντα όσο και ως χώρο οικονομικών επενδύσεων υπό τον έλεγχο βρετανικών τραπεζών, δεν φαινόταν διατεθειμένη να απωλέσει την εκεί θέση της, και μάλιστα προς όφελος της Γαλλίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ ή της Ιταλίας που εποφθαλμιούσαν την περιοχή.55 Αλλά και για τους Γάλλους, όταν έχεις επενδύσει τεράστια κεφάλαια σε μια περιοχή δεν ήταν εύκολο να θέσεις υπό αμφισβήτηση τα οφέλη της συμφωνίας Sykes–Picot που διαμοίραζε την ευρύτερη περιοχή μεταξύ της Γαλλίας και της Αγγλίας, και έδινε ειδικά στη Γαλλία τον Λίβανο, τα παράλια της Συρίας, τα Άδανα, την Κιλικία, το Ντιγιάρμπακιρ και την Μοσούλη.56

Στην πραγματικότητα ο Βενιζέλος απέδωσε τυφλή εμπιστοσύνη στα ευφάνταστα σχέδια των Βρετανών να αναδιατάξουν κατά το δοκούν την τις σχέσεις ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας στην Ανατολική Μεσόγειο,57χρησιμοποιώντας και την Ελλάδα ως μέσο, όπως είχε εκφραστεί ήδη από τα 1912 στις συζητήσεις του Βενιζέλου στο Λονδίνο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ανακωχή του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου με τον τότε βρετανό υπουργό Οικονομικών Lloyd George, τον πρώτο λόρδο του Ναυαρχείου Winston Churchill και τον πρόξενο της Ελλάδας Τζων Σταυρίδη. Η προσχώρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στις Κεντρικές Δυνάμεις λίγο αργότερα, αφότου αμφισβήτησε το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου, με συνέπεια να αρχίσει συστηματικός διωγμός του ελληνικού πληθυσμού στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, απειλώντας την Ελλάδα με πόλεμο, επιτάχυνε τις εξελίξεις και οι Βρετανοί προσέφεραν σαν δέλεαρ στη Βουλγαρία για να παραμείνει ουδέτερη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ακόμη και την περιοχή της Καβάλας και στους Έλληνες για να το αποδεχθούν, αόριστες παραχωρήσεις στις ακτές της Μικράς Ασίας (Ιανουάριος 1915). Στη βάση του επιχειρήματος ότι αυτό συνέφερε την Ελλάδα, εφόσον θα έχανε 2000 τ.χλµ. στη Μακεδονία µε πληθυσμό 30.000 κατοίκους, αλλά θα κέρδιζε στη Μικρά Ασία 125.000 τ.χλµ. µε πληθυσμό 800.000,58 ο Βενιζέλος δελεάστηκε από το ενδεχόμενο της προσάρτησης της Μικράς Ασίας και απεύθυνε δύο υπομνήματα στον βασιλιά Κωσταντίνο που υιοθετούσαν τη λογική ανταλλαγής της Καβάλας με την Μικρά Ασία.59

Στη μέθη που του είχε προκαλέσει μια τέτοια εξέλιξη, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν απάντησε καν στην επιφύλαξη του ελληνικού στρατιωτικού επιτελείου και του ίδιου του Ι. Μεταξά, στο πως θα επέβαλε την πραγματικότητα αυτή στην τουρκικό πληθυσμό της περιοχής, κάτι που απαιτούσε δυνάμεις που ούτε καν οι σύμμαχοι διέθεταν κάτω από τα Δαρδανέλια και το Βόσπορο. Όταν δε οι συνθήκες ματαίωσαν την προσάρτηση της Καβάλας στη Βουλγαρία, ο Βενιζέλος επέμεινε στο σχέδιο προσάρτησης της Μικράς Ασίας ακόμα και παρά τον κίνδυνο να μείνει εκτεθειμένη η Μακεδονία, αν στρατός μεταφερόταν στην Μικρά Ασία.60Γιατί και γεωγραφικά και εθνολογικά ήταν πολύ δύσκολο να διανεμηθεί η Μικρά Ασία, ενώ θα ενέπλεκε στην υπόθεση και την Ρωσία με τις επιδιώξεις της να ελέγχει τα Στενά και την Κωνσταντινούπολη που δεν ήθελε κατά κανένα τρόπο να αποδεχθεί η Μ. Βρετανία. Ακόμη χειρότερα τον Νοέμβριο του 1918 πρόβαλε ένα ακόμα πιο μεγαλομανές σχέδιο στον Lloyd George που υποδείκνυε ένα συνολικό διακανονισμό στον διαμελισμό τα Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σχέδια για την ίδρυση ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Αρμενίας, τη σύσταση ενός ανεξάρτητου κράτους στην Κωνσταντινούπολη και τα Στενά υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών, ενώ ζητούσε τη προσάρτηση ολόκληρης της δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα.61

Στις 3 Φεβρουαρίου 1919 ο Βενιζέλος προσπάθησε να πείσει για τη βασιμότητα των σχεδιασμών του το Ανώτατο Συμμαχικό Στρατιωτικό Συμβούλιο με συγκεκριμένο σχέδιο που βασιζόταν στο επιχείρημα ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν πόλη ελληνική, η οποία έπρεπε να διέπετε από ένα διεθνές καθεστώς υπό την εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενώ πρότεινε την αποχώρηση του Σουλτάνου από αυτήν και την μεταφορά της πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους στην Προύσα ή το Ικόνιο. Μια μέρα μετά υποστήριξε, επίσης, έναντι του ίδιου Συμβουλίου ότι έπρεπε να αποκλειστεί η παραμονή στα όρια του τουρκικού κράτους περιοχών της Μικράς Ασίας όπου ο τουρκικός πληθυσμός δεν αποτελούσε απόλυτη πλειοψηφία, ακόμα και αν ούτε ο ελληνικός διέθετε την πλειοψηφία αυτή. Η ζώνη που διεκδικούσε περιγραφόταν ως το έδαφος δυτικά μιας γραμμής που εκκινούσε στο νότο από την ακτή έναντι του Καστελόριζου και έφθανε στο βορρά στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Από τη ζώνη αυτή εξαιρούσε ένα τμήμα του σαντζακίου των Δαρδανελίων, το οποίο θα συμπεριλαμβανόταν στη διεθνή περιοχή της Κωνσταντινούπολης.62

Όμως, στα ευφάνταστα αυτά σενάρια, στις αρχές Ιανουαρίου 1919, ο Lloyd George απάντησε, χωρίς να πτοήσει τον Βενιζέλο ότι δεν ήταν στόχος της βρετανικής πολιτικής η αποστέρηση των Τούρκων από την πρωτεύουσα τους ή από τις πλούσιες επαρχίες της Θράκης και της Μικράς Ασίας που είχαν κατεξοχήν τουρκικό πληθυσμό. Ήταν η περίοδος που η βρετανική εξωτερική πολιτική εξέταζε την αλλαγή της στρατηγικής της στρατιωτικής συντριβής των Τούρκων και την σύναψη μιας χωριστής ειρήνης μαζί τους. Χωρίς ξεκάθαρες αποφάσεις για το μέλλον της περιοχής, οι Βρετανοί απεύθυναν υποσχέσεις ή υποδαύλιζαν τις φιλοδοξίες των Ελλήνων και ανέμεναν τις εξελίξεις στις διεθνείς σχέσεις για να καθορίσουν την πορεία τους (πλέον έπαιζαν ρόλο και οι διαθέσεις των ΗΠΑ που είχαν εξελιχθεί σε βασικό χρηματοδότη της Αντάντ).63 Προκειμένου δε να ακυρωθούν οι επιδιώξεις των Ιταλών στη Σμύρνη – και με τη σύμφωνη γνώμη των Αμερικανών- ελήφθη η απόφαση για την αποστολή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Γάλλου Αρχιστράτηγου Ferdinand Foch, του Βρετανού Αρχηγού του Αυτοκρατορικού Επιτελείου Στρατηγού Henry Wilson, ενώ τη διαφωνία τους εξέφρασαν τόσο ο υπουργός Εξωτερικών George Curzon, όσο και ο υπουργός Στρατιωτικών Winston Churchill, αλλά και στρατιωτικοί, όπως οι ναύαρχοι R. Webb και ο S. Gough- Calthorpe, αλλά και πιο αναιμικά ο ίδιος ο Clemenceau, στον οποίο δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι η αποστολή των ελληνικών δυνάμεων απέβλεπε αποκλειστικά στην τήρηση της τάξης και θα είχε προσωρινό χαρακτήρα64 και ότι οι Έλληνες δεν θα δρούσαν ανεξέλεγκτα αλλά θα κινούνταν μονάχα εντός μιας περιορισμένης εδαφικής περιοχής.65

Ωστόσο, ο Βενιζέλος αγνόησε τις επισημάνσεις και των Βρετανών οικονομολόγων ότι η παραμονή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη θα εξαρτιόταν από την συμμαχική οικονομική βοήθεια.66 Κατά τον ίδιο τρόπο αγνόησε το τηλεγράφημα που έστειλε την 23η Μαρτίου ο Έλληνας Πρέσβης στο Παρίσι Άθως Ρωμάνος, όπου περιέγραφε την πλήρη μεταστροφή της γαλλικής πολιτικής για την Ανατολία και τα ελληνικά συμφέροντα όσο και την παραβίαση των μέχρι τότε διακηρύξεων της, αφού μαζί με την Ιταλία αξίωναν την παραμονή της Κωνσταντινούπολης στην Τουρκία. Μάλιστα, ο Βενιζέλος δεν στάθμισε και το γεγονός ότι όταν μετέβη στο Λονδίνο, στις 6 Μαρτίου του 1920, αντιμετώπισε έντονα αρνητικό κλίμα για την Ελλάδα σε συνάντησή του με το βρετανικό στρατιωτικό επιτελείο, όπου και του δηλώθηκε ανοικτά η αδυναμία της Βρετανικής κυβέρνησης να παρέχει βοήθεια σε άνδρες στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, αφήνοντας να εννοηθεί και ότι η Ελλάδα «δεν πρέπει να υπολογίζει σε σύμπραξη με τη Γαλλία και την Ιταλία. Ήταν ακόμη πιο αρνητική η στάση των Γάλλων με αφετηρία τις αρχές του 1920, και του νέου πρωθυπουργού A. Millerand που αρνήθηκε απερίφραστα να επιβάλει τόσο σκληρούς όρους στην Τουρκία.

Στην ουσία, με μόνη τη Βρετανία λεκτικά θετική, οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να εμπλακούν σε ένα πόλεμο που φαινόταν στους ορθολογιστές καταδικασμένος πρωτίστως από οικονομική σκοπία. ο Βενιζέλος επιχείρησε να υλοποιήσει και να επεκτείνει την εκστρατεία του. Το ίδιο το πολιτικό σκηνικό της χώρας δεν ευνοούσε την εμπλοκή σε έναν τέτοιο πόλεμο και η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και η απομάκρυνσή του από το πολιτικό προσκήνιο της χώρας το επισφράγισε. Με το ίδιο επιχείρημα και την υποβολή νότας στην ελληνική κυβέρνηση, στις 3 Δεκεμβρίου 1920, που σήμαινε την πλήρη άρση των χρηματοδοτήσεων και των συμμαχικών πιστώσεων στην Ελλάδα, οι μεγάλες δυνάμεις έδειξαν στην χώρα ότι δεν θα την υποστήριζαν.67 Ατομικές ευθύνες πολιτικών, όπως αυτή του Βενιζέλου, όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε μετά τις εκλογές με το επιχείρημα ότι επιδοκιμασία του δημοψηφίσματος ήταν πρόκληση κατά των συμμάχων, καταδίκασαν την ελληνική προσπάθεια.68

Οι διάδοχοί του στην ελληνική κυβέρνηση αφέθηκαν απλώς να τους καταπνίξει μια υποθηκευμένη υπόθεση. Γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις ήδη από το 1921 προχώρησαν, επί της ουσίας, στην ολοκληρωτική αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και στις 15 Μαρτίου 1922 με την πρόταση ανακωχής που υπέβαλαν στα δύο μέρη αναγνώρισαν ευθέως την τουρκική πολιτική κυριαρχία σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία και υπέδειξαν την καθολική αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία μαζί με την αποστρατικοποίηση μιας σειράς νησιών του Αιγαίου. 69 Η κρίση του Τσιανάκαλε, τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν η βρετανική κυβέρνηση υποχώρησε στην απαίτηση των Τούρκων, μετά από την προέλαση τους στη νεκρή ζώνη στα Δαρδανέλια, να εκδιωχθούν όλοι οι Έλληνες στρατιώτες από την περιοχή, αλλά και να ανακτήσουν οι Τούρκοι τον έλεγχο των Στενών και την Ανατολική Θράκη, έδειξε ότι Γάλλοι και Βρετανοί όχι μόνο δεν ήταν σε θέση όχι να βοηθήσουν την Ελλάδα αλλά ακόμα και να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα στην περιοχή. Η επιβολή των Τουρκικών αξιώσεων έριξε και την κυβέρνηση του Lloyd George,70 αφού ακόμα και στην Βρετανία η κοινή γνώμη και η πλειοψηφία του κοινοβουλίου, οι Συντηρητικοί,71 δεν ήθελαν ένα πόλεμο με την Τουρκία.72 Μάλιστα, σε άρθρο του ο K. Radek, Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, διαπίστωνε ότι οι Βρετανοί προσέφεραν στους Τούρκους ότι ζήτησαν και τους υποσχέθηκαν πλήρη ενσωμάτωση στη διεθνή κοινότητα, όταν ο Lloyd George, έξι εβδομάδες πριν τους είχε αποκηρύξει και είχε ζητήσει από την χριστιανική κοινότητα να αναλάβει την διεθνή καμπάνια κατά την τουρκικής βαρβαρότητας.73

1 Ι. Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο, τομ. Γ, Ιδιόγραφο Μνημόνιο της συνομιλίας με τον Γούναρη, 29 Μαρτίου 1921, Αθήνα 1980, σ. 83-84.

2 Για τον εν γένει ρόλο της ελληνικής διοίκησης στη Σμύρνη και Β. Σολωμονίδου, «Βενιζέλος- Στεργιάδης, Μύθος και Πραγματικότητα», στο Βενιζέλος: Κοινωνία, Οικονομία, Πολιτική στην Εποχή του, (επιμ. Θ. Βερέμης-Γ. Γουλιμής), Αθήνα 1989, σ. 474-501.

3M. Llewellyn-Smith, Το Όραμα της Ιωνίας, Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 2002, σ. 174- 175.

4 ΕΤΒΑ, Η ελληνική βιομηχανία, από τον 19ο στον 20ο αιώνα, Αθήνα 1985, σ. 14-16.

5 Θ. Μποχώτης, «Εσωτερική πολιτική», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα 1900-1922, Οι απαρχές, Α τόμος, μέρος 2ο, Βιβλιόραμα, Αθήνα, σ. 96-97.

6 Γ. Λεονταρίτης, «Οικονομία και Κοινωνία από το 1914 ως το 1918», Ιστορία του ελληνικού έθνους, τομ 15, Εκδοτική Αθηνών, σ. 76-80.

7 Ι. Γιανουλόπουλος, «Η εξελίξεις της οικονομίας από το 1919 ως το 1926», Ιστορία του ελληνικού έθνους, ο.π. σ. 297-299.

8 Αθ. Μποχώτης, «Εσωτερική πολιτική», ο.π. σ. 90-91.

9 Για τους βίαιους εκτοπισμούς Ελλήνων της περιοχής βλ. και Τ. Κωστόπουλος, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση 1912-1922, Αθήνα 2007, σ. 96-97.

10 Θ. Βερέμης-Κ. Κωστής, Η Εθνική Τράπεζα στη Μικρά Ασία, (1919-1922), Αθήνα 1984, σ. 113.

11 Βλ και Γ. Γιανουλόπουλος, «Η οικονομία από το 1919 ως το 1923», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΕ, οπ.. σ. 297-301

12 Χρ. Χατζηιωσήφ, Η Γηραιά Σελήνη, Η Βιομηχανία στην Ελληνική Οικονομία 1830-1940, Αθήνα 1993, σ. 236-251.

13 Βλ. και Μ. Mazower, Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου, Αθήνα 2002, σ. 82 -85

14 Σ. Ανδρεάδης, Η Εξέλιξη της Ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας, Αθήνα 1960, σ. 29-30

15 Α. Ανδρέου, Η Εξωτερική Εμπορική Πολιτική της Ελλάδος, 1830-1933, Αθήνα 1933, σ. 128-143.

16 Ξ. Ζολώτας, Η Ελλάς εις το στάδιον της Εκβιομηχανήσεως, Αθήνα 1964, σ. 70-72.

17 Ειδικά ο αποκλεισμός της Αντάντ στα 1916-1917 είχε στερήσει από πολλές βιομηχανίες πρώτες ύλες, άνθρακα και πετρέλαιο με αποτέλεσμα πολλές να αναστείλουν τις δραστηριότητες τους και να μην κατορθώσουν να ανακάμψουν, προκαλώντας κατά περιοχές εκτεταμένη ανεργία

18 Ήδη από το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα προέβη σε εκτεταμένο εξωτερικό δανεισμό για να ανταποκριθεί στις απαιτούμενες δαπάνες για την εξασφάλιση των νέων περιοχών. Η ετοιμότητα των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων από το καλοκαίρι του 1914 και η γενική επιστράτευση του 1915 παρόλο που η Ελλάδα δεν είχε μπει ακόμα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλαπλασίασαν τις κρατικές δαπάνες. Γ Λεονταρίτης, «Οικονομία και Κοινωνία από τι 1914-1918», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τομ. ΙΕ, Αθήνα 1978, σ. 83-85.

19 Μ. Mazower, ο.π., σ. 78-79

20 Βλ. και Γ. Λεονταρίτης, «Το εργατικό Κίνημα 1910-1920» στο Μελετήματα γύρω από το Βενιζέλο και την Εποχή του, Αθήνα 1980, σ. 75-76.

21 Δηλώσεις υπουργού Οικονομικών ότι υπήρξε αύξηση κρατικών δαπανών 350% σε σχέση με το 1915,

Ελεύθερος Τύπος 15 Οκτωβρίου 1920

22 Όπως σημειώνει ο Σερ. Μάξιμος, μέλος της τριμελούς ΚΕ του ΚΚΕ στα 1924 (μαζί με τον Γ. Κορδάτο και το Θ. Αποστολίδη), σπάνια ο λιμπεραλισμός βρέθηκε τόσο απογυμνωμένος και τόσο ξένος με το λαϊκό αίσθημα όσο την περίοδο αυτή, Σ. Μάξιμος, Κοινοβούλιο ή Δικτατορία, Αθήνα 1975, σ. 12-13.

23Μια εφημερίδα, αποδίδοντας το κλίμα, έγραψε κατά την επάνοδο του Βενιζέλου στην Ελλάδα: «ουδείς Ρωμαίος θριαμβευτής εκόμισεν εις την παραληρούσα Ρώμη ό,τι ο νικητής των Σεβρών εις την πατρίδα μας» Ελεύθερος Τύπος 18 Αυγούστου 1920.

24 Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος, τομ. ΧΙΙΙ Αθήνα, σ. 499.

25 Ελεύθερος Τύπος 1 Νοεμβρίου 1920.

26 Νέα Ελλάς 3 Νοεμβρίου 1920.

27 Ακόμα και οι ακραίες Βενιζελικές εφημερίδες παραδέχθηκαν τον καταποντισμό του κόμματος, Πατρίς

2 Νοεμβρίου 1920.

28 Γ. Γιανουλόπουλος, «Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και η επάνοδος του Κωνσταντίνου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, οπ. σ. 148.

29 Ελευθερίου Βενιζέλου, Τα Κείμενα, (επιμ. Σ. Στεφάνου), τομ. Α, Αθήνα 1981, σ. 116.

30 Γ. Μαργαρίτης, «1922. Η δεύτερη γέννηση του ελληνικού κράτους», στο Αποτυπώσεις της ευρωπαϊκής ιστορίας, Κείμενα αφιερωμένα στον Προκόπη Παπαστράτη, Αθήνα 2021, σ. 85

31 Ήταν αυτό που υποχρέωσε και τους Λαϊκούς να επενδύσει σε μια «φυγή προς τα εμπρός», ιδιαίτερα μετά τις απώλειες στην μάχη του Eski Sehir στις 14-18 Μαρτίου 1921 και Afyon Karahissar στις 28 Μαρτίου 1921. Βλ. Γ Μαργαρίτης, «Οι Πόλεμοι», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα 1900-1922, Οι απαρχές, ο.π. σ. 180-183.

32 Γ. Γιανουλόπουλος, «Η οικονομία από το 1919 ως το 1923», ο.π., σ. 300.

33 Θ. Βερέμης-Κ Κωστής, ο.π., σ. 112-113.

34 Τράπεζα της Ελλάδος, Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τράπεζας της Ελλάδος 1928-1978, Αθήνα 1978, σ. 27-30.

35 Β. Τσαρούχας, Η Βρετανική Εξωτερική Πολιτική και η Ελληνική Εκστρατεία στη Μικρά Ασία 1919- 1922, μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 36-37.

36K. Morgan, Consensus and disunity: Τhe Lloyd George coalition government, 1918-1922, Claredon Press-Oxford 1979, σ. 302-330, R. Jenkins, H. H Asquith, Portrait of a man and an era, Chilmart Press, New York 1964, σ. 485-489.

37 R. Jenkins, Asquith, ο.π. σ. 494-498.

38 Τ. Heyck, « The Journal of Modern History», (1981), 53 (2), σ. 330–332 και Μ. Pugh, The Failure of the Centre Party 1918–1922, London and New York 1988, Longman, σ. 142–143.

39 Γ. Γιανουλόπουλος «Εξωτερική πολιτική», Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα 1900-1922, Οι απαρχές, Α τόμος, μέρος 2ο, ο.π. υποσημείωση 22, σ. 133

40 Ήταν αντίδραση στον τρόπο που ο ελληνικός στρατός σε σειρά περιπτώσεων έκανε χρήση της εντολής που δέχθηκε, επιτρέποντας βία και λεηλασίες κατά του τουρκικού πληθυσμού. Β. και Μ. Λυμπεράτος,

«Η διαμάχη στην Ελλάδα σχετικά με τη μικρασιατική εκστρατεία», στο Ιστορία της Μικράς Ασίας, Εκστρατεία και Καταστροφή 1919-1922, εκδ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Οκτώβριος 2011, σ. 92-95 41 Δ. Χρονόπουλος, Δημήτριος Γούναρης, Αθήνα 1987, σ. 333-334.

42 Δ. Τσιριγώτης, Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία 1919-1922, Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική, Αθήνα 2010, σ.122

43 Κ. Σακελλαρόπουλος, Η σκιά της Δύσεως, Ιστορία μιας καταστροφής, Αθήνα 2009, σ. 33-34.

44 Γ. Γιαννόπουλος, Η εις Άδου Κάθοδος, Από τον Σαγγάριο ως την Λωζάνη, Αθήνα 1996, σ. 105-109.

45 Ι. Μιχαηλίδης, Μικρασιατική Καταστροφή, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2018, σ. 61

46 Ν. Ψυρούκης, Η Μικρασιατική Καταστροφή 1918-1923, Λευκωσία 2000, σ. 60-67.

47Ξ. Στρατηγού,  Η Ελλάς εν Μικρά Ασία, Αθήναι 1925, σ. 285-287.

48Βλ και Π. Βαρώτσος, Η Μικρασιατική Καταστροφή και η εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων, μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Καλαμάτα 2019, σ. 42-43. https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/ARCH252.

49 Ο Βενιζέλος ποτέ δεν απεξαρτήθηκε πλήρως από τον παραδοσιακό μεγαλοϊδεατισμό του μαρμαρωμένου βασιλιά» και την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Βλ. Κ. Σβωλόπουλος Ελευθέριος Βενιζέλος, 12 Μελετήματα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σ. 41-49. Ο δικός του μεγαλοιδεατισμός απλώς συνδέθηκε με τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης και τη δημιουργία μιας μεγάλης και ισχυρής οικονομικά Ελλάδας, που προσέλαβε ιδιαίτερη ένταση λόγω του κλίματος διεθνοπολιτικών ανακατατάξεων που επέφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Για το θέμα βλ. Λ. Λούβη, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», στο η Μικρασιατική Καταστροφή 1922, (συλλογικό), Αθήνα 2010, Νέα, Ιστορία, ΔΟΛ, σ. 23-24

50 Michael Llewellyn Smith, ό. π., σ. 149-152.

51 Βλ. Ν. Πετσάλης-Διομήδης «1919: Τη Σμύρνη ή την Πόλη» στο Βερέμης Θάνος, Δημητρακόπουλος Οδυσσέας, Αλεξανδρής Αλέξης (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδόσεις Φιλιππότης, Αθήνα 1980, σελ. 103-105.

52 Γ. Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1970, σ. 393.

53 Αυτή ήταν και η βασική επιφύλαξη του Ι. Μεταξά έναντι του πολέμου στην Μικρά Ασία, εξαιτίας της οποίας αρνήθηκε να αναλάβει ηγετικό στρατιωτικό ρόλο σε αυτή. Μ. Λυμπεράτος, «Η μικρασιατική εκστρατεία και η ελληνική πολιτική σκηνή», στο Ελλήνων Ιστορικά, Μικρασιατική Καταστροφή: τι έφταιξε, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα χ.χ, 114-116.

54 Ed. Hale Bierstadt, Η Μεγάλη Προδοσία, ο ρόλος των Μεγάλών Δυνάμεων στη Μικρασιατική Καταστροφή και στη Συνθήκη της Λοζάνης, Αθήνα 1997, σ. 51-54.

55 Ν. Ψυρούκης, ο.π, σ.73

56Sykes-Picot_Agreement, https://wwi.lib.byu.edu/index.php/Sykes-Picot_Agreement

57 Bierstadt Hale Edward, Η Μεγάλη Προδοσία. Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μικρασιατική Καταστροφή και στη Συνθήκη της Λωζάννης, «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1997, σελ. 50-55.

58 Γ. Μαυρογορδάτος, «Η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου», στο Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η εποχή του, Θ. Βερέµης- Ηλ. Νικολακόπουλος (επιµ.), Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σ. 151.

59 Σ. Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, Καστανιώτης, Αθήνα 2015, σ. 33-34, 52-53.

60 Μ Llewellyn Smith, ό. π., σ. 106

61 Ο.π. σ. 149

62 Όλα αυτά δεν ήταν ανεξάρτητα από την μέθη που προκάλεσε το γεγονός ότι το καταδροµικό

«Αβέρωφ» εμφανίστηκε στο Βόσπορο, ενώ η Ελλάδα απέκτησε εκεί στρατιωτική αποστολή, όπως επιστεγάστηκε από την συµβολική είσοδος του αρχιστράτηγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου στην Αγία Σοφία.

63 Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι υπέβαλαν χωριστές εισηγήσεις για το θέμα στην διάσκεψη της Ειρήνης του Ιανουαρίου 1918, υποστηρίζοντας, όμως, εν γένει τις ελληνικές αξιώσεις, ενώ οι Αµερικανοί αµφισβητούσαν την πληθυσµιακή υπεροχή των Ελλήνων σε όλα τα σαντζάκια της Μικράς Ασίας, εκτός από εκείνο της Σµύρνης. Οι δε Ιταλοί διαφωνούσαν, επίσης, υποστηρίζοντας ότι η Σµύρνη δεν µπορούσε να αποκοπεί από τον υπόλοιπο διακανονισµό για τη Μικρά Ασία

64 Η µυστικότητα και η προχειρότητα µε την οποία οι τρεις ηγέτες πήραν την απόφαση, προκάλεσε αµέσως αντιδράσεις, ακόμα και μέσα στη βρετανική κυβέρνηση, και µάλιστα από τον υπουργό Εξωτερικών A. Balfour αλλά και τον Churchill που μίλησαν για αμαθέστατους ανθρώπους που έδωσαν τέτοια εντολή στην Ελλάδα. Μ Llewellyn Smith, ο.π. σ. 165-166.

65 Μ Llewellyn Smith, ο,π, σ. 161-177.

66 Κ. Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2009, σ. 51

67 Ο. Τσουνάκος, «Η Μεγάλη Ελλάδα και η Μικρασιατική Εκστρατεία», Ελληνική Ιστορία, τ. 25, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1992, σ. 385.

68 Ελευθέριος Βενιζέλος, Τα Κείμενα, οπ. σ. 131.

69 Όπως χαρακτήρισε την εξωτερική πολιτική του Lloyd George ο K. Radek, Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, σε άρθρο του αναφερόμενο στην παραίτηση του βρετανού πρωθυπουργού τον Οκτώβριο του 1922, η αλλοπρόσαλλη βρετανική πολιτική στο θέμα της Μικράς Ασίας προσέκρουσε τελικά στην οικονομική χρεωκοπία της κυβέρνησης του Lloyd George, K. Radek, Lloyd George resignation, International Press Correspondence, Vol. 2 No. 95, 3 November 1922, σ. 729–731, Marxist Internet Archives.

70 J. Ferris, «Far too dangerous a gamble’? British intelligence and policy during the Chanak crisis, September–October 1922», Diplomacy and Statecraft (2003), 14#2, σ. 139–184.

71 J. Darwin, «The Chanak Crisis and the British Cabinet», History (1980) 65#213 pp 32–48.

72 Α.Macfie, «The Chanak Affair (September–October 1922 )», Balkan Studies 1979, Vol. 20 Issue 2, σ.

309–341.

73 K. Radek, The change in the English Tactics in the Near East, International Press Correspondence, vol. 2, no. 86, 6 October 1922, σ. 647-648, Marxist Internet Archives.

Μετάβαση στο περιεχόμενο