περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Σάββατο, 22 Ιουνίου | 10:49μμ

Η καταστροφή, η απώλεια και η νοσταλγία της Μικρασιατικής Πατρίδας στα τραγούδια των Ερυθραιωτών και Σμυρνιών προσφύγων

Ομιλία Θεόδωρου Κοντάρα, φιλόλογου, συγγραφέα και ερευνητή λαογραφίας στην 15η εσπερίδα του «Διαρκούς Ανοιχτού Συνεδρίου: 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» και το σύνολο των εκδηλώσεων που διοργανώνει Κέντρο Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας Δήμου Καισαριανής «100 χρόνια Μνήμης και Δημιουργίας» με τίτλο “Η συμβολή των Μικρασιατών προσφύγων στην ελληνική μουσική”.

Η μουσική είναι ένα από τα σπουδαιότερα στοιχεία πολιτισμού που διέσωσαν οι πρόσφυγες Μικρασιάτες με τον ερχομό τους στην Ελλάδα.

     Οι Σμυρνιοί κι οι Ερυθραιώτες πρόσφυγες της Ιωνίας πήραν το δρόμο της ξενιτιάς μαζί με τα τραγούδια τους, μια αναφαίρετη πνευματική δημιουργία αιώνων. Κατέφθασαν πάμπτωχοι και τρισάθλιοι, με ελάχιστα υπάρχοντα, όμως μέσα τους έκρυβαν έναν τεράστιο πλούτο πολιτισμικό, που αγγίζει κάθε πλευρά της ζωής.

    Η Καταστροφή της Μικρασίας, ο όλεθρος που την ακολούθησε και η συνειδητοποίηση της απώλειας της Πατρίδας ανέτρεψαν πλήρως τα μέχρι τότε δεδομένα της ζωής κάθε πρόσφυγα και τάραξαν συθέμελα την ίδια την ύπαρξή του.

    Τα εντονότατα συναισθήματά τους γι’ αυτά τα συγκλονιστικά και πρωτόγνωρα γεγονότα οι πρόσφυγες τα εξέφρασαν μέσα από τη δημοτική ποίηση. Κυρίως πάνω σε παλιούς, γνώριμους και συχνά δημοφιλείς σκοπούς συνέθεσαν νέα τραγούδια, γεμάτα απέραντο πόνο και θρήνο για κάθε μικρή πατρίδα της ματωμένης Μικρασίας, που χάθηκε κακήν-κακώς. Σ’ αυτά αποτυπώθηκε η μικρασιάτικη πληγή και η κάθε είδους απώλεια, σε συνδυασμό με τα πρόσωπα και τις τραγικές ιστορίες που βίωσαν. 

     Αγιάτρευτη είναι η νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο, ένα ποιητικό θέμα που χάνεται στα βάθη των αιώνων, ώσπου να φτάσει στην εποχή του Ομήρου.

    Με λόγο απλό και λαϊκό, πάνω στα οικεία μονοπάτια της γνήσιας δημοτικής ποίησης, με βάση κυρίως το δεκαπεντασύλλαβο στίχο και χρήση του ενεστώτα διαρκείας, που επιτείνει τη δραματικότητα, οι στιχοπλόκοι των ερυθραιώτικων χωριών και πόλεων, καθώς και οι κάτοικοι της Σμύρνης και των σμυρναίικων προαστίων δημιουργούν πολύ νοσταλγικά, σπαραξικάρδια, δραματικά και συγκινητικά στιχάκια, στα οποία εκφράζονται ο πόνος των προσφύγων και η εθνική συμφορά, αλλά και διάφορες ιδέες, σκέψεις, διαπιστώσεις και προπαντός αρνητικά συναισθήματα, που προέκυψαν άμεσα από τα τραγικά γεγονότα του ’22. Βεβαίως χρησιμοποιούν συχνά και γνωστούς, καθιερωμένους στίχους μοιρολογιών και τραγουδιών της ξενιτιάς από το τοπικό ρεπερτόριο, σε παραλλαγές που ταιριάζουν στο θέμα της Καταστροφής. Στίχοι παλιότεροι χρησιμοποιούνται τώρα για να δηλώσουν τον καημό του αποχωρισμού.

Πότε θα κάνομε πανιά, να κάτσω στο τιμόνι,

να ιδώ τση Σμύρνης τα βουνά, να μου διαβούν οι πόνοι.

Ξενιτεμένο μου πουλί κι αλέγρο μου γεράκι,

που ‘πόμεινες μέσ’ στην Τουρκιά κι εγώ πίνω φαρμάκι.

    Όσον αφορά στις μελωδίες, χρησιμοποιήθηκαν και εδώ γνώριμοι, δοκιμασμένοι σκοποί, χορευτικοί ή καθιστικοί, της ελληνικής δημοτικής μουσικής της Ιωνίας. Οι μελωδίες δεν ήταν πάντα θρηνητικές και λυπητερές, όπως θα περίμενε κανείς κι όπως είναι φυσικό σε τέτοια περίπτωση. Φυσικά, συναντάμε σκοπούς από αμανέδες, μοιρολόγια και αργά θρηνητικά άσματα, αλλά και σκοπούς αλέστικους, χορευτικούς και πεταχτούς, από καρσιλαμάδες και συρτομπάλλους, όπως η Αλατσατιανή, ο γαμήλιος σκοπός του Τσεσμέ και διάφορες δημοφιλείς χορευτικές μελωδίες από τη μεγάλη ποικιλία των συρτών χορών της Ερυθραίας και της Σμύρνης. Έχομε ακόμη και μελωδίες από καντάδες ευρωπαϊκού μουσικού χρώματος, από αστικά τραγουδάκια της Σμύρνης ή των Βουρλών, αλλά και σκοπούς τσιφτετελιών.

    Εντυπωσιάζει η διαπίστωση ότι τον καημό και τα πάθη τους οι πρόσφυγες δεν τα θρηνούσαν μόνο, αλλά τα χόρευαν και τα γλένταγαν επίσης! Από το τραγούδι και το χορό αντλούν δύναμη και κουράγιο για να ξαναστήσουν την καινούργια τους ζωή. Ο θρήνος γίνεται τραγούδι, με σύντομη δραματική αφήγηση. Έτσι, επαληθεύονται τα κοινά δίστιχα της Ερυθραίας και της Σμύρνης

Όποιος μ’ ακού’ που τραγουδώ, θαρρεί δεν έχω πόνο,

μα ‘γώ με το τραγούδι μου τον πόνο μου μερώνω.

Τραγούδησε, καρδούλα μου, κομμάτι ν’ ανεσάνεις,

τσι πίκρες και τα βάσανα τραγούδι να τα κάνεις.

Μέσα από τα προσφυγίτικα τραγούδια, διαφαίνονται τα ακόλουθα:

1) Θρηνούν τη χαμένη και ρημαγμένη πατρίδα, συχνά με ιδιαίτερα λυρικό τρόπο.

Για δέτε την Ανατολή μαύρος καπνός που βγαίνει,

παπάς δεν τήνε λειτουργεί, καμπάνα δε σημαίνει.

Γιά ‘δε φωτιά, γιά ‘δέ καπνό, γιά ‘δε κι ένα ντουμάνι,

που βγαίνει απ’ την καρδούλα μου κι ούλο τον κόσμο καύει.

ή … απ’ το σπιτάκι μου …

Καρδιά μ’, αν είσαι από γυαλί, βάστα να μη ραΐσεις,

κι αν είσαι κι από σίδερο, τώρα να νταγιαντήσεις.

Ανατολή μου όμορφη, γωνιά του παραδείσου,

σου διώξανε τους Έλληνες κι έμεινες μοναχή σου.

Περήφανή μου Ανατολή, Σμύρνη μου ξακουσμένη,

πώς το καταδεχτήκατε να ‘μαστε ξορισμένοι.

Κλάψε για μας, πατρίδα μας, κλάψε για τα παιδιά σου

όπου μας ξεριζώσανε από την αγκαλιά σου.

Κλάψε, καημένη Ανατολή, που σου ‘φυγαν τ’ αηδόνια

κι ήρταν και κελαδήσανε σε ξένα περιβόλια.

Κλάψετε, μάτια, κλάψετε, δάκρυα γιομιστείτε

την όμορφη πατρίδα μας δε θα την ξαναδείτε.

Κλαίω και κλαίνε τα βουνά κι οι κάμποι αντηχούνε,

τα χώματα που χάσαμε δε θα τα ξαναδούμε.

Θα κλαίω και θα δέρνομαι και θα παραπονιούμαι,

την αδικιά που πάθαμε για πάντα θα θυμούμαι.

Ντέβρι θα πάρω τα βουνά, σαν τη μαυροπουλάδα,

να πά’ να βρω τον μπογιατζή να βουτηχτώ στα μαύρα.

Κι αν με ρωτήσει ο μπογιατζής «γιατί φορείς τα μαύρα;»

– Ήχασα την πατρίδα μου κι έχει η καρδιά μου λάβρα!

Τση προσφυγιάς το χτύπημα είναι διπλό μαχαίρι,

όπου πεθαίν’ η μια μεριά κι η άλλη δεν το ξέρει.

Ως πότε θα ‘ν’ τα μάτια μας τση γειτονιάς αυλάκι,

το ‘να να τρέχει το νερό και τ’ άλλο το φαρμάκι.

2) Διαπιστώνουν το μέγεθος και την έκταση της Καταστροφής, τόσο στο κτιστό περιβάλλον, στις πόλεις και τα χωριά δηλαδή, όσο και στο ανθρώπινο δυναμικό, στους Έλληνες που σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Νιώθουν ως τα τρίσβαθα της ψυχής τους τον τρόμο του διωγμού, τις αγριότητες και τις σφαγές εκείνων των ημερών. Η απώλεια δεν χωρά στο νου τους και η πληγή της καταστροφής μοιάζει αγιάτρευτη.

Θέλω να πω τον πόνο μου για την αιχμαλωσία,

αιχμάλωτο με πιάσανε μες στη Μικράν Ασία.

Στη Σμύρνη μάς μετρήσανε χιλιάδες δεκαπέντε,

ώσπου να πάμ’ στη Μαγνησά, εμείναμε οι πέντε.

Σαν πρόβατα μάς πήγαιναν και σαν αρνιά μάς σφάζαν,

μια παγκανότα ένανε σ’ αγάδες μας πουλάγαν.

Η Σμύρνη και η Μαγνησιά βγάζουν μαύρο ντουμάνι,

Τσεσμέ, Βουρλά κι Αλάτσατα έχουν μεγάλο χάλι.

Στη Σμύρνη βάλανε φωτιά, σφάξανε το Δεσπότη,

σαν αναμμένα κάρβουνα καιγούνταν’ οι αθρώποι.

Ώχου, καημένη Ανατολή, σου κάψαν τα χωριά σου,

φύγαν τα παλληκάρια σου και μάτωσ’ η καρδιά σου.

Τσεσμέ, Βουρλά κι Αλάτσατα και Κάτω Παναγία,

χαθήκαν οι λεβέντες σας, δεν έμεινε ελπίδα.

Σαββάτο μέρα μπήκανε στ’ Αλάτσατα  οι τσέτες,

στο μακελειό που γίνηκε, ηκλιάψανε κι οι πέτρες.

Πολλή σφαγή ηγένηκε, κοπέλες, παλληκάρια,

παιδιά και γέροι σφάξανε σα να ‘τανε μοσχάρια.

Είδαμε Τούρκοι με σπαθιά και Τούρκοι με χαντζάρια

να σφάζουν μάνες και παιδιά, κόρες και παλληκάρια.

Χιλιάδες ησκοτώσανε οι παλιοτουρκαλάδες,

κλαίνε μανάδες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Ώχου, καημένα Αλάτσατα, γενήκατε βεράνι,

ηχάθηκε ο Χριστιανισμός, ποιος θα σας ξανακάνει;

Στο Γαλατά σφάζουν αρνιά, στον Κασαμπά κριάρια

και στη δική μας γειτονιά σφάζουνε παλληκάρια.

Ηχάσαμε το Αϊβαλί, το Ντικελί κι Αϊντίνι,

την Πέργαμο την ξακουστή και την ωραία Σμύρνη.

Άμαν, Αϊβαλί, Πέργαμο και Ντικελί,

η καρδιά μου σας πονεί.

Άμαν, Σωκιανή, Κουσαντιανή,

η καρδιά μου σε πονεί.

3) Αποδίδουν ευθύνες για την Καταστροφή και τη μικρασιατική τραγωδία προς πάσα κατεύθυνση, στην ελληνική κυβέρνηση, στους Ευρωπαίους εχθρούς, στον Μουσταφά Κεμάλ.

Ο βασιλιάς κι ο Γούναρης κι ο σκύλος Στεργιάδης,

αυτοί ηκατεβάσανε στη Σμύρνη τον Κεμάλη.

Σμύρνη, δεν ήσουν τούρκικια, δεν ήσουν του Κεμάλη,

μόνο σε παραδώσανε οι Ιταλοί κι οι Γάλλοι

ή …. βασιλικοί ρουφιάνοι.

Δε συλλογιέσαι, βρε Κεμάλ, το αίμα που ‘χεις χύσει,

το χώμα της Ανατολής το έχεις κοκκινίσει.

Εμείς είμαστε πρόσφυγοι αφ’ τη Μικράν Ασία,

οι Τούρκοι μάς ηδιώξανε χωρίς καμιάν αιτία.

Σ’ ούλο τον κόσμο και ντουνιά

άφτει γιανγκίνι και φωτιά

και ποιος ήταν η αιτία;

Η Τουρκιά κι η Γερμανία.

4) Ελπίζουν ότι όλα τα κατεστραμμένα θα είναι παροδικά κι όλα θα ξαναχτιστούν στο μέλλον, έστω κι από έναν άνθρωπο που θα σωθεί ή θα τα ξανακάνει ο Βενιζέλος, ο μέγας και ημίθεος για τους Μικρασιάτες.

    Παρηγοριά στον ασίγαστο καημό και στην απροσδόκητη ανατροπή της ζωής θα δώσουν μόνο τα θεία πρόσωπα, τα οποία θα αποδώσουν στο μέλλον δικαιοσύνη και θ’ αποκατασταθεί η κατάφωρη αδικία που έγινε εις βάρος των Μικρασιατών.

Η Σμύρνη κι αν ηκάηκε κι αν έγινε βεράνι

μια Σμυρνιοπούλα να ‘ν’ καλά πάλι την ξαναφτιάνει.

ή ο Βενιζέλος να ‘ν’ καλά …

Ας φύγανε οι Χριστιανοί απ’ τη Μικράν Ασία,

έχομε τις ελπίδες μας πάλι στην Παναγία.

Παναγιά μου, Παναγιά μου,

παρηγόρα την καρδιά μου.

Ω Παναγιά Σαφτεριανή και Παναγιά αφ’ την Τήνο

εσείς να βοηθήσετε το έθνος των Ελλήνω.

Ας φύγανε οι Χριστιανοί απ’ τη Μικράν Ασία,

έχουν ελπίδα στο Θεό, στη Δέσποινα Μαρία

κι ελπίζομε πάντα σ’ Αυτόν πάλι να ξαναδούμε

τα αγιασμένα χώματα, να ξανανεστηθούμε.

Εις το Θεό ελπίζομε και Τον περικαλούμε

τα αγιασμένα χώματα λεύτερα να τα δούμε.

Θε μου, πώς την νταγιάντησες την αδικία ετούτη,

μέσ’ στα χριστιανικά χωριά να κατοικούνε Τούρκοι.

Ε, Ζιγκουγιώτη μου Χριστέ, δεν ήκανες το θάμα

για να σωθούνε οι Χριστιανοί απ’ τση Τουρκιάς το δράμα.

Οι Τούρκοι ήμπαν στα χωριά και κάνουνε σεργιάνι,

δέηση κάνω στο Θεό ούλοι να τσι ξεκάνει.

Ανατολίτικα βουνά, που ‘χετε τον αγέρα,

βλέπετε την πατρίδα μας τη νύχτα και τη μέρα.

5) Η ανάμνηση της πατρίδας θεωρείται πρώτιστο καθήκον. Εύχονται να ξαναδούν την πατρίδα, να επιστρέψουν στο γενέθλιο τόπο, να πεθάνουν εκεί, να χαθεί το κακό όνειρο του ξεριζωμού.

Σμύρνη, πατρίδα μου γλυκιά, χαριτωμένη χώρα,

δε θα σε βγάλω από το νου ούτε στιγμή και ώρα.

Πότες θα κάνομε πανιά, να κάτσω στο τεμόνι,

να βλέπω το Ρεΐσντερε να μου διαβούν οι πόνοι.

Ας ήταν και να γένουνταν τα μάγια να λυθούνε

και οι γλυκιές πατρίδες μας ν’ απελευτερωθούνε.

Καμένη μου Ανατολή, κορώνα του Λεβάντη,

το χώμα σου ήταν μάλαμα κι οι πέτρες σου διαμάντι.

Άραγες θα τ’ αξιωθώ, άραγες θα το σώσω

μέσ’ στη γλυκιά πατρίδα μας ψυχή να παραδώσω;

6) Εύχονται κι ελπίζουν να γυρίσουν οι αιχμάλωτοι άντρες, για τους οποίους ούτε καν φαντάζονταν όσα τράβηξαν ή ποιος μαρτυρικός θάνατος τους περίμενε.

Έχω έναν πόνο στην καρδιά και μια φωτιά μεγάλη,

που είναι το παιδάκι μου στα χέρια του Κεμάλη.

Ω Παναγιά μου Δέσποινα, εσύ να τον γλυτώσεις

κι απ’ του Κεμάλη το σπαθί να τόνε λευτερώσεις.

Ούλος ο κόσμος να ‘ναι ‘δώ κι ο γιούκας μου να λείπει,

μαύρος μου φαίνετ’ ο ντουνιάς και σκοτεινό το σπίτι.

Δεν είναι ‘δώ, δε φαίνεται,

μέσα η καρδιά μου καίγεται.

Να ‘μουν πουλί να πέτουμου ετούτη δα την ώρα

για να ‘φερνα το γιούκα μου από την ξένη χώρα.

Να ‘μουνα πετροκότσυφας με την κερένια μύτη,

να ‘φερνα το παιδάκι σας απόψε μέσ’ στο σπίτι.

Ξενιτεμένο μου πουλί κι αλέγρο μου γεράκι,

που ‘πόμεινες μέσ’ στην Τουρκιά κι εγώ πίνω φαρμάκι.

7) Καταλυτικό ρόλο στα τραγούδια παίζουν επίσης η στέρηση της πατρίδας,  η αφόρητη πίκρα της προσφυγιάς, ο καημός της ξενιτιάς, με όλα τα συνεπακόλουθα αρνητικά συναισθήματα.

Τση τύχης μου ήτανε γραφτό κι ευτό να το περάσω,

μέσ’ στο Λυθρί να γεννηθώ, στα ξένα να γεράσω.

Από μικρή στην Κηφισιά, μέσα στα περιβόλια,

πολύ μακριά αφ’ τ’ Αλάτσατα, μαύρα μου φαίνουντ’ όλα.

Τούτο το αχ θε’ να με φά’, το βαχ θε να με λειώσει

και το γλυκό τ’ Αλάτσατα θε’ να με θανατώσει.

Καρσί μου είν’ η θάλασσα, καρσί μου είν’ η άμμο,

καρσί μου είναι κι ο Τσεσμές, μα τι μπορώ να κάμω;

Ώχου, καημένο μου Μελί, με τον ανήφορό σου,

ποτέ δεν τόνε νταγιαντώ τον αποχωρισμό σου.

Ας ήμουν να περπάτουμου μέσ’ στου Μελιού τις στράτες,

που ‘ν’ τα κλαδάκια φουντωτά κι οι κόρες μαυρομάτες.

8) Θυμούνται ακόμη και τις παλιές ευτυχισμένες μέρες των πανηγυριών και των τοπικών εορτών, ενώ ζουν στις πανάθλιες συνθήκες της προσφυγιάς, ανήμποροι να γιορτάσουν όπως πρέπει.

Ω Παναγιά Αλατσατιανή, εσέ σου πρέπει πένθος,

γιατί δε λουτουργήθηκες στη Χάρη Σου και φέτος.

Ω Παναγιά Αλατσατιανή, να βάλεις μαύρη σκέπη,

που δε θα ‘ρχούν οι Χριστιανοί στην εορτή σου φέτι.

Χριστέ μου αφ’ το Ζίγκουι, Σταυρέ μου αφ’ το Σεούτι

και Παναγιά Σαφντεριανή, είντα καμοί είναι τούτοι!

9) Χαρακτηριστικές και οι ρίμες της Καταστροφής, μακροσκελείς συνθέσεις σε δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό στίχο, που δεν τραγουδιούνταν, αλλά απαγγέλλονταν. Τις έφτιαξαν επώνυμοι λαϊκοί στιχοπλόκοι, όπως την ακόλουθη από το Σιβρισάρι της Ερυθραίας. Το θέμα τους είναι συνήθως η καταστροφή της Σμύρνης, αλλά πολλές αναφέρονται σε όλα τα γεγονότα της εποχής εκείνης.

  Στα χίλια εννιακόσια και στα είκοσι δύο

ο Τούρκος εκατέβηκε σαν άγριο θερίο,

ο Τούρκος εκατέβηκε χωρίς να πολεμήσει

την παινεμένη Σμύρνη μας έρημη να τη ‘φήσει.

Ανεστενάζαν τα βουνά και κλαίγανε τα όρη

την ώρα όπου έφευγε το υστερνό βαπόρι.

Η «Λήμνο» όταν έφυγε, ήταν καμένη ώρα,

ο Τούρκος έβαλε φωτιά στην παινεμένη χώρα.

Κάβγεται η Άγια Φωτεινή και τα Νοσοκομεία

και οι καημένοι Χριστιανοί δεν είχαν σωτηρία.

Αντίς να χύνουνε νερό, εχύνανε βενζίνα

κι οι λόφες ηπηγαίνανε μέχρι την Καραντίνα.

Γάλλοι μάς βάλανε μπροστά, μας πάνε στο Μπαρτσόβα,

θα βλαστημώ τσι αίτιοι, που να τσι φάει η λώβα!

Χωρίς νερό, χωρίς ψωμί μάς είχανε τρεις μέρες,

ανεστενάζαν τα βουνά και κλαίγαν οι μητέρες.

Μια Κυριακή πρωί-πρωί μετρούμε ένα-ένα

κάρα είκοσι τέσσερα γαλέτα φορτωμένα.

Εμείς σκληρά φωνάξαμε, με δάκρυα στα μάτια:

– Γάλλοι, να μας γλυτώσετε απ’ των Τουρκών τα πάθια!

Γάλλοι μάς βάλανε μπροστά στη Σμύρνη να μας πάνε,

επέσαν οι Οθωμανοί θερία να μας φάνε!

Στη Σμύρνη σαν ηπήγαμε, είδαμε το δεσπότη,

αφαιρεμένη του ‘χανε την άγια του τη νιότη.

Σαν είδανε τα μάτια μας τον άγιο δέσποτά μας

και το κορμί μας έτρεμε, τρέμαν τα γόνατά μας.

Χοτζάδες είκοσ’ τέσσερις το ‘χαν τριγυρισμένο

και μέσ’ στα φύλλα της καρδιάς τον είχαν καρφωμένο.

Κακιά η ώρα ήτανε εκείνη δα η ώρα,

μαύρο σκοτάδι έγινε η παινεμένη χώρα.

Τούρκοι μάς βάλανε μπροστά στην Πούντα να μας πάνε.

Η μέρα ηξημέρωσε κι η σάλπιγγα φωνάζει:

– Για μαζευτείτε, αιχμάλωτοι! Και στη γραμμή μάς βάζει.

Σαν τα αρνάκια στο μαντρί πιάσαν και μας μετρήσαν,

όλα τα κοριτσάκια μας οπίσω μας τ’ αφήσαν.

Στον Κατσαμπά μάς πήγανε, μας δέρνουν, μας χτυπούνε,

κλαίμε και δεν μερώνουμε και δεν τους ομιλούμε.

Ω, Παναγιά μου, σώσε μας ετούτο το σεφέρι,

όπου εμπερδευτήκαμε με το ρεμπέτ ασκέρι!

Τρεις μήνες περπατήσαμε τη νύχτα και τη μέρα

και Χριστιανό δεν ηύραμε να πούμε καλημέρα.

Στα Μπουντανιά εφτάσαμε δεκάξι Γεναρίου

ηχιόνιζε και ήβρεχε, είχε μεγάλο κρύο.

Βαπόρια ηπροβάλανε κι ήρθανε να μας πάρουν,

στη γέφυρα της Ραιδεστός να πάνε να μας βγάλουν.

Μας ντύσανε, μας σάξανε, μας βάλανε να φάμε

κι ήρτουνε μια διαταγή στα Γιανιτσά να πάμε.

                                                            (Παναγιώτα Κερμετζόγλου)

     Τα τραγούδια αυτά είναι εμπνευσμένα από τους πολέμους, τους δύο διωγμούς του 1914 και του 1922, από την Καταστροφή της Μικρασίας και τον οριστικό ξεριζωμό. Τούτα τα ιστορικά συμβάντα προκάλεσαν τεράστια συγκίνηση στον λαϊκό άνθρωπο και αμέσως εκείνα τα συνταρακτικά συναισθήματά του έγιναν τραγούδι, γιατί της ψυχής τα πάθη κι οι καημοί των ανθρώπων απαλύνονται με τη μουσική.

    Γι’ αυτό λοιπόν, τα εντάσσουμε στη μεγάλη κατηγορία των ιστορικών τραγουδιών του ελληνικού λαού. Πολλά δεν είναι τόσο καλά δουλεμένα από ποιητική άποψη, όπως άλλα ιστορικά τραγούδια που φέρουν πλέον την πατίνα του χρόνου. Όμως κι αυτά τα «άτεχνα» προσφυγίτικα στιχουργήματα εκφράζουν με αμεσότητα, ειλικρίνεια και αυθορμητισμό τα έντονα συναισθήματα των ανθρώπων από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

    Τα περισσότερα δεν ηχογραφήθηκαν την εποχή που δημιουργήθηκαν ούτε καταγράφηκαν, και γι’ αυτούς τους λόγους λησμονήθηκαν στο διάβα του χρόνου. Άλλα, τα λιγότερα ίσως, έφτασαν μέχρι τις μέρες μας, ζωντανά στο στόμα των φορέων τους, των προσφύγων που τα έμαθαν από τους γονείς τους, δημιουργούς των τραγουδιών αυτών. Μερικά επηρέασαν και την μουσική παράδοση άλλων ελληνικών τόπων, ενώ αρκετά άλλα τα συναντάμε σε ηχογραφήσεις της λεγόμενης «Μικρασιατικής Σχολής του Ρεμπέτικου». Ας σημειωθεί ότι ηχογραφήθηκαν προπολεμικά πολλές επώνυμες συνθέσεις διαφόρων Σμυρνιών μουσικών, όπως το Προσφυγάκι του Παναγιώτη Τούντα, που τραγούδησε το 1933 ο Στελλάκης Περπινιάδης.

    Πολλές καταγραφές τέτοιων προσφυγίτικων τραγουδιών έχομε από το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο του ΚΜΣ, από τον Σίμωνα Καρά, τη Δόμνα Σαμίου, από το Λύκειο των Ελληνίδων και ακόμη περισσότερες από τους συγγραφείς βιβλίων για τις πόλεις και τα χωριά της Ερυθραίας και τα περίχωρα της Σμύρνης, βέβαια σε χρόνους μετά το 1950.

    Σήμερα είναι γεγονός πως το προσφυγίτικο τραγούδι και γενικά η μουσική μνήμη των Ελλήνων της Ανατολής αποτέλεσαν μια σπουδαία πηγή έμπνευσης για το νεότερο ελληνικό τραγούδι, στη λαϊκή ή στην έντεχνη μορφή του.

      Όμως οι παράγκες και τα φτωχόσπιτα των συνοικισμών πλημμύριζαν κάποτε από τέτοιου είδους τραγούδια, με τα οποία οι πρόσφυγες έσβηναν τον καημό τους κι απάλυναν τον πόνο για τη χαμένη Πατρίδα. Αυτά ήταν ένα είδος ομφάλιου λώρου που τους συνέδεε με την πατρογονική γη, μια και οι πρόσφυγες ποτέ δεν έβγαλαν από το νου και την καρδιά τους τη Μικρασία.

Μετάβαση στο περιεχόμενο