περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Πέμπτη, 18 Ιουλίου | 8:21μμ

Η αντιμετώπιση της προσφυγικής άφιξης το 1922 και το 1923*

Η ομιλία του ιστορικού, συγγραφέα και ερευνητή Νίκου Ανδριώτη, στην 10η ημερίδα του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής με τίτλο “Η εγκατάσταση και η αποκατάσταση των Μικρασιατών Προσφύγων”

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Μ. Ασία άρχισε η μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών προς τα παράλια προκειμένου να επιβιβαστούν σε πλοία για την Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 1922, και ενώ στη χώρα επικρατούσε αναταραχή από το κίνημα των Πλαστήρα – Γονατά – Φωκά και την εγκαθίδρυση επαναστατικής κυβέρνησης, τα πλοία έφθαναν το ένα μετά το άλλο, στην αρχή στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια σε όλα σχεδόν τα ελληνικά λιμάνια. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου αναφέρεται ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα περίπου 200.000 πρόσφυγες,  οι μισοί στη βόρεια Ελλάδα, 90.000 στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και 15.000 στην Αττική, ενώ στα τέλη του ίδιου μήνα ο αριθμός τους φαίνεται ότι είχε διπλασιαστεί. Στην πρώτη εκτίμηση του αριθμού των προσφύγων που έγινε στα τέλη Οκτωβρίου αναφέρονται 800.000 πρόσφυγες, 595.420 από τη Μικρά Ασία και 204.580 από την Ανατολική Θράκη. Οι κυριότεροι τόποι προσωρινής εγκατάστασης ήταν η Θεσσαλονίκη και η περιφέρειά της (160.000), η Αθήνα (75.000), ο Πειραιάς (50.000), η Μυτιλήνη, η Σάμος και η Χίος. Στα μέσα Δεκεμβρίου θεωρείται ότι οι πρόσφυγες έφθαναν πλέον τους 900.000.

Στον Πειραιά, με σημεία αποβίβασης το λιμάνι και τον όρμο του Κερατσινίου, έφθασαν τον Σεπτέμβριο του 1922 35 πλοία, αποβιβάζοντας περίπου 40.000 πρόσφυγες. Ενδεικτικά στις 2 Σεπτεμβρίου 1922 έφθασαν 8 πλοία που αποβίβασαν πάνω από 5.500 πρόσφυγες και στις 4 Σεπτεμβρίου 5 πλοία με πάνω από 8.000 πρόσφυγες. Το ταξίδι διαρκούσε μερικές ημέρες. Συχνά ένα πλοίο περνούσε από δύο, τρία ή περισσότερα λιμάνια μέχρις ότου του επιτραπεί να αποβιβάσει το ανθρώπινο φορτίο του. Οι συνθήκες πάνω στα πλοία ήταν βασανιστικές λόγω του αφόρητου συνωστισμού, της ελλιπούς σίτισης, των καιρικών συνθηκών και ενίοτε της συμπεριφοράς του πληρώματος.

Ήδη στις 5 Σεπτεμβρίου εκδόθηκε ανακοίνωση προς τα πλοία που μετέφεραν πρόσφυγες να μην προσεγγίζουν τον Πειραιά, αλλά να κατευθύνονται σε άλλα λιμάνια. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου ο Πειραιάς είχε μετατραπεί σε έναν απέραντο καταυλισμό. Η συνήθης διαδικασία μετά την αποβίβαση ήταν να οδηγούνται οι πρόσφυγες σε μέρη τα οποία είχαν προεπιλεγεί, μια αποθήκη, ένα σχολείο, μία εκκλησία, ένα υπόστεγο ή απλώς ένας κενός χώρος, και στη συνέχεια -συχνά μετά από παρέλευση αρκετών ημερών- να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση.

Η έξαρση των επιδημικών ασθενειών οδήγησε στην επιβολή έκτακτων υγειονομικών μέτρων, κυρίως την επιβολή καραντίνας στους πρόσφυγες που έφθαναν από τις αρχές του 1923 στην Ελλάδα. Τα κύρια λοιμοκαθαρτήρια, του Πειραιά (Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι) και της Θεσσαλονίκης (Καράμπουρνου), αναδιοργανώθηκαν και στελεχώθηκαν με επιπλέον προσωπικό, ενώ ιδρύθηκε και ένα νέο στη Μακρόνησο. Η πρώτη εμπειρία πολλών προσφύγων στην Ελλάδα υπήρξε ο στρατωνισμός τους σε αυτά κάτω από άθλιες συνθήκες.

Οι Έλληνες από την Ανατολική Θράκη, περίπου 250.000, πέρασαν τον Έβρο μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, συναποκομίζοντας μέρος της κινητής περιουσίας τους. Λίγο αργότερα έφθασαν και οι περίπου 25.000 Έλληνες της χερσονήσου της Καλλίπολης.

Στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφηκε στη Λωζάνη η ελληνοτουρκική σύμβαση, η οποία προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ των ελληνορθόδοξων που κατοικούσαν στην Τουρκία και των μουσουλμάνων της Ελλάδας. Εξαιρέθηκαν οι ελληνορθόδοξοι κάτοικοι της Κων/πολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Όταν δημοσιοποιήθηκε το κείμενο της σύμβασης, οι πρόσφυγες αντέδρασαν με συλλαλητήρια που οργανώθηκαν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας.

Τα έτη 1923-1925 μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση Ανταλλαγής της Λωζάνης, 192.356 Ελληνορθόδοξοι «μετανάστες» -σύμφωνα με τη διατύπωση της σύμβασης- από την κεντρική και την ανατολική Μ. Ασία, τον Πόντο, την Κων/πολη, με τη φροντίδα της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής.Στη συνέχεια μεμονωμένα έφθαναν πρόσφυγες, αλλά και αιχμάλωτοι στρατιώτες ή πολιτικοί όμηροι οι οποίοι είχαν κρατηθεί από τις τουρκικές Αρχές.

Τα πρώτα μέτρα

Τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν, ήδη από τις αρχές του Σεπτεμβρίου, ήταν η διενέργεια εράνων, η λειτουργία συσσιτίων και η σύσταση γραφείων ευρέσεως εργασίας. Οι εφημερίδες στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις καθιέρωσαν ειδικές στήλες για τους πρόσφυγες, με τίτλους όπως «Προσφυγική στήλη», «Προσφυγικά», «Πληροφορίαι διά τους πρόσφυγας», «Ζητούνται» κ.ά., στις οποίες δημοσιεύονταν δωρεάν αγγελίες για αναζήτηση συγγενών ή εργασίας και διάφορες ειδήσεις για τους πρόσφυγες.

Για τις πρώτες ανάγκες των προσφύγων στους καταυλισμούς μοιράστηκαν φάρμακα, αλεύρι, γάλα σε κουτιά και σαπούνια, ενώ υπήρξε μέριμνα για τη συγκέντρωση τροφίμων από τα υπουργεία Περιθάλψεως και Επισιτισμού και επιτράπηκε η εισαγωγή «παλαιών ή μεταχειρισμένων ειδών» από το εξωτερικό. Σε ορισμένες κατηγορίες προσφύγων (χήρες, ορφανά, άποροι κ.ά.), δόθηκε προσωρινό χρηματικό βοήθημα. Σε όλες τις πόλεις υπάρχοντες σύλλογοι ή ιδρυμένοι για τον σκοπό αυτό προσπάθησαν να συνδράμουν με τη συγκέντρωση και διανομή τροφίμων, ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων, τη διοργάνωση συσσιτίων κ.ά.

Για τους πρόσφυγες ιδρύθηκαν γραφεία ευρέσεως εργασίας στην Αθήνα και τον Πειραιά. Θεσπίστηκαν ατέλειες για τα είδη που συναποκόμισαν, για την έναρξη επιτηδεύματος, ή για την εγγραφή προσφύγων μαθητών και φοιτητών. Δόθηκε η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος σε γιατρούς, κτηνιάτρους, φαρμακοποιούς και οδοντιάτρους, ενώ διορίστηκαν ιερείς, εκπαδευτικοί και σιδηροδρομκοί σε αντίστοιχες θέσεις στην Ελλάδα.

Τον συντονισμό της περίθαλψης των προσφύγων είχε το Υπουργείο Περιθάλψεως, το οποίο τον Δεκέμβριο του 1922 μετεξελίχθηκε σε Υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως.

Να σημειωθεί εδώ ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας ήταν εξαιρετικά δυσχερής και ότι η συναλλαγματική αστάθεια και ο πληθωρισμός προκάλεσαν το καλοκαίρι του 1923 άνοδο στις τιμές. Η ακρίβεια και οι ελλείψεις σε τρόφιμα επιτάθηκαν από τη συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων στη χώρα.

Προσωρινή στέγαση

Το πιο επείγον ζήτημα αφορούσε στη στέγαση των χιλιάδων προφύγων που είχαν κατακλύσει τη χώρα. Κατά την άφιξή τους εγκαθίσταντο όπου ήταν δυνατόν: εγκαταλειμμένες αποθήκες, άδεια σπίτια, σχολεία, εκκλησίες, θέατρα, δημόσια κτίρια και στρατόπεδα, υπόστεγα, σιδηροδρομικά βαγόνια, σκηνές, αυτοσχέδιες κατασκευές, όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος. Αρκετοί πρόσφυγες ζούσαν στο ύπαιθρο, χωρίς κανένα στέγαστρο. Συγχρόνως άρχισε η κατασκευή με απλά υλικά πρόχειρων παραπηγμάτων, τα οποία συχνά σχημάτιζαν μικρούς οκισμούς. Ένα πρόχειρο οικοδομικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε κατά το πρώτο διάστημα ήταν πλίνθοι φτιαγμένοι από λάσπη και άχυρα και ξεραμένοι στον ήλιο.

Τα σχολεία δεν λειτούργησαν ή υπολειτούργησαν το σχολικό έτος 1922-1923, αφού τα περισσότερα είχαν επιταχθεί ή καταληφθεί. Αυτό ήταν η αφορμή για την έναρξη ανέγερσης του συνοικισμού Παγκρατίου. Με εγκυκλίους το φθινόπωρο 1923 το Υπουργείο Παιδείας επέσειε αυστηρές ποινές στους υπεύθυνους υπαλλήλους οι οποίοι θα κωλυσιεργούσαν ως προς την εκκένωση των επιταγμένων ή κατειλημμένων σχολείων. Όμως η κατάσταση δεν είχε απολύτως ομαλοποιηθεί ούτε το επόμενο σχολικό έτος 1923-1924.

Η επιτακτική ανάγκη για στέγη οδήγησε την Επαναστατική Επιτροπή να αποφασίσει στις 15 Σεπτεμβρίου 1922 την επίταξη «εν όλω ή εν μέρει» κάθε είδους κενών ακινήτων, οικιών, αποθηκών, κ.ά. για την εγκατάσταση προσφύγων με αποζημίωση των ιδιοκτητών από το δημόσιο, ρύθμιση που επεκτάθηκε τον Νοέμβριο και σε ακίνητα που κατοικούνταν. Επιτάχθηκαν για τον σκοπό αυτό πάνω από 8.000 κενά οικήματα. Το μέτρο όμως της επίταξης αποδείχθηκε ανεπαρκές και επιβάρυνε τις σχέσεις γηγενών και προσφύγων.

Η υγειονομική κατάσταση του προσφυγικού πληθυσμού

Η μαζική εισροή προσφύγων από τον Σεπτέμβριο του 1922 προκάλεσε προβλήματα στον τομέα της δημόσιας υγείας. Οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα σε κατάσταση τραγική. Οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει βιαστικά τα σπίτια τους, με ελάχιστα ή τίποτα από τα κινητά αγαθά τους. Πολλοί είχαν μαζί τους μόνο τα ρούχα που φορούσαν. Οι συνθήκες της μετακίνησης και της άφιξης, η σωματική ταλαιπωρία, η κακή διατροφή, η υποτυπώδης στέγαση, ο ψυχικός τραυματισμός επιβάρυναν την υγεία τους.

Ως επείγουσα προτεραιότητα θεωρήθηκε η αντιμετώπιση των μολυσματικών ασθενειών, όπως η ευλογιά, η δυσεντερία, ο εξανθηματικός τύφος και η πανώλης. Η σημαντικότερη επιδημία εξανθηματικού τύφου στην Ελλάδα τον 20ό αι. σημειώθηκε το 1922-1923. Υπήρχε επίσης κίνδυνος εξάπλωσης της ελονοσίας στην ύπαιθρο και της φυματίωσης στα αστικά κέντρα, ασθενειών ενδημικών στην Ελλάδα πριν το 1922. Η επιδείνωση της δημόσιας υγείας, καθώς δεν υπήρχαν σημαντική νοσοκομειακή υποδομή, ιατρικό προσωπικό και το απαραίτητο φαρμακευτικό υλικό, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να απευθυνθεί στην Κοινωνία των Εθνών, προκάτοχο του σημερινού ΟΗΕ, που ανταποκρίθηκε με την αποστολή του Γάλλου συνταγματάρχη Gautier.

Υψηλή θνησιμότητα σημειώθηκε στις πόλεις λόγω των συνθηκών προσωρινής στέγασης και υγιεινής και ακόμη μεγαλύτερη στα λοιμοκαθαρτήρια από δυσεντερία και τύφο. Στις πόλεις ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων τα έτη 1922-1924. Σύμφωνα με την ΕΑΠ, το 1923 η σχέση θανάτων προς γεννήσεις μεταξύ των προσφύγων ήταν 3 προς 1. Σταδιακά, από το 1924, άρχισε να υποχωρεί η θνησιμότητα, ενώ αυξήθηκαν οι γεννήσεις.

Στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1922 λειτούργησαν ως νοσοκομεία για τους πρόσφυγες η Αστυκλινική Αθηνών και το κτίριο του Βαρβάκειου Γυμνασίου στην οδό Αθηνάς. Συστάθηκαν επίσης δύο άτυπα νοσοκομεία (σε αντίσκηνα), πίσω από το νοσοκομείο Συγγρού και στην περιοχή του Χατζηκυριάκειου στον Πειραιά. Σταδιακά ιδρύθηκαν σε όλη τη χώρα νοσοκομεία αποκλειστικά για πρόσφυγες. Το 1923 ιδρύθηκε στους Αμπελόκηπους το Νοσοκομείο Προσφύγων Αθηνών (σήμερα Ιπποκράτειο), το 1923 στη Ν. Ιωνία το Γενικό Νοσοκομείο «Η Αγία Όλγα», στη Ν. Κοκκινιά το νοσοκομείο της οργάνωσης American Womens Hospitals (σήμερα Γενικό Κρατικό Νίκαιας). Στη Θεσσαλονίκη λειτούργησε το Κεντρικό Νοσοκομείο Προσφύγων το 1923 (σήμερα «Γεώργιος Γεννηματάς»), ενώ και σε πολλές άλλες πόλεις ιδρύθηκαν ή μετατράπηκαν σε προσφυγικά αρκετά νοσοκομεία.

Έγιναν επίσης μαζικοί εμβολιασμοί και, στο πλαίσιο μιας τεράστιας προσπάθειας, μέχρι τον Απρίλιο του 1923 είχαν εμβολιαστεί 550.000 πρόσφυγες. Ο εμβολιασμός υπήρξε υποχρεωτικός για τους πρόσφυγες και προαιρετικός για τους γηγενείς. Στους προσφυγικούς καταυλισμούς πραγματοποιήθηκαν απολυμάνσεις και αποφθειριάσεις, ενώ συγχρόνως καταβλήθηκε προσπάθεια  καλύτερης διατροφής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υψηλή νοσηρότητα των προσφύγων.

Η δράση ελληνικών και ξένων οργανώσεων

Στην περίθαλψη των προσφύγων συνέβαλαν αρκετές ελληνικές οργανώσεις, όπως ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (ΕΕΣ), η Πανελλήνια Επιτροπή Δωρεών (αργότερα Ασιατικό Ταμείο για τους πρόσφυγες), το Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως, το Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, ο Σύνδεσμος υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός, ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών, το Λύκειον των Ελληνίδων, η Χριστιανική Ένωση Νεανίδων (ΧΕΝ). Το φθινόπωρο του 1922 το Εθνικό Συμβούλιο Ελληνίδων, ο Σύνδεσμος υπέρ των Δικαιωμάτων της Γυναικός, το Λύκειον Ελληνίδων και το Πατριωτικό Ίδρυμα Περιθάλψεως «ανέλαβαν την εποπτείαν 40 καταυλισμών προσφύγων».

Πολύπλευρη υπήρξε η δράση του ΕΕΣ, ο οποίος φρόντισε για την υποδοχή των προσφύγων από ομάδες, αποτελούμενες από γιατρούς, εθελόντριες νοσοκόμες και εθελοντές/τριες, τον εφοδιασμό τους με τρόφιμα, ρουχισμό, στρώματα και κλινοσκεπάσματα, σκηνές, ιατροφαρμακευτικό υλικό. Παράλληλα διενήργησε εράνους στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το μεγαλύτερο μέρος της περίθαλψης των προσφύγων ανέλαβαν ξένες φιλανθρωπικές οργανώσεις, όπως ήταν, μεταξύ άλλων, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός, η American Womens Hospitals, η Near East Relief, το Save the Children Fund, η Society of Friends. Οι περισσότερες οργανώσεις είχαν στην ευθύνη τους έναν ή περισσότερους προσφυγικούς καταυλισμούς.

Οι αμερικανικές οργανώσεις

Ιδιαίτερη δράση στην Ελλάδα είχαν φιλανθρωπικές οργανώσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες είχαν δράσει σε περιοχές της χώρας ήδη από την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός(ΑΕΣ) επέκτεινε τη δράση του σε όλη τη χώρα από τον Οκτώβριο του 1922 έως τον Ιούνιο του 1923. Η Ελλάδα διαιρέθηκε σε 12 περιφέρειες. Τον Νοέμβριο του 1922 ο ΑΕΣ τροφοδοτούσε καθημερινά 176.435 πρόσφυγες, ενώ τον Μάρτιο του 1923 533.240 πρόσφυγες. Συνολικά ο ΑΕΣ μοίρασε τρόφιμα, ρουχισμό, φαρμακευτικό υλικό σε περίπου 600.000 πρόσφυγες. Εξόπλισε 59 νοσοκομεία και σύστησε 20 κέντρα για την παιδική υγεία. Η δράση του τερματίστηκε στις 30 Ιουνίου 1923, με το σκεπτικό ότι ενδεχόμενη συνέχισή της θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη διαμόρφωση μίας τάξης “επαγγελματιών προσφύγων”.

Η Near East Relief (NER), μετέφερε τον Αύγουστο του 1922 την έδρα της από την Κων/πολη στην Αθήνα. Φρόντισε για τη μεταφορά 15.644 ορφανών από τη Μ. Ασία και την Κων/πολη στην Ελλάδα και ίδρυσε ορφανοτροφεία στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Κέρκυρα, την Κεφαλονιά, τη Θάσο, την Κόρινθο, το Λουτράκι και την Αιδηψό, τη Χαλκίδα, τη Σκάλα Ωροπού και την Ερμούπολη. Στην Αθήνα το Ορφανοτροφείο αρρένων δημιουργήθηκε στον χώρο του Ζαππείου, το οποίο διαμορφώθηκε εσωτερικά για να κατασκευαστούν τραπεζαρίες, νοσοκομείο παίδων με οδοντιατρική και ακτινολογική κλινική και μικροβιολογικό εργαστήριο. Σε αυτό λειτούργησε Σχολή Τυφλών και Σχολή Κωφαλάλων, η πρώτη στην Ελλάδα. Tο αντίστοιχο Ορφανοτρείο θηλέων λειτούργησε στην ανατολική πτέρυγα των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινή Βουλή), σε συνεργασία με τον Διεθνή Σύνδεσμο Γυναικών. Παράλληλα φρόντισε για την επανένωση οικογενειών και την υιοθεσία παιδιών στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. Για τους σκοπούς αυτούς η NER σύστησε το Τμήμα Ανευρέσεως Συγγενών Προσφύγων και την Υπηρεσία Τοποθετήσεως Ορφανών.

Η τρίτη σημαντική αμερικανική οργάνωση ήταν η American Womens Hospitals ή «Νοσοκομεία Αμερικανίδων Κυριών». Οργάνωσε την καραντίνα στη Μακρόνησο και ίδρυσε οκτώ νοσοκομεία, τα πέντε από τα οποία στην Αττική (Ν. Ιωνία, Δουργούτι, Πειραιάς, Ν. Κοκκινιά και Αεροδρόμιο), μαιευτήριο στη Θεσσαλονίκη και σανατόριο στη Θάσο. Συνολικά, μαζί με τα νοσοκομεία στα ορφανοτροφεία της NER, δραστηριοποιήθηκε σε 39 νοσοκομεία στην Ελλάδα.

Ο αριθμός των προσφύγων

Δεν γνωρίζουμε τον συνολικό αριθμό των προσφύγων που έφθασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η ειδική απογραφή τον Απρίλιο του 1923, η οποία διενεργήθηκε από το Υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως, κατέγραψε 786.431 πρόσφυγες. Η απογραφή όμως αυτή δεν κατέγραψε όλους τους πρόσφυγες. Την ίδια περίοδο εκτιμήσεις στελεχών της ΕΑΠ ανέβαζαν τον αριθμό των προσφύγων σε 1.300.000 – 1.400.000. Είναι γεγονός ότι το πρώτο διάστημα η θνησιμότητα των προσφύγων ήταν ιδιαίτερα αυξημένη, όπως επίσης ότι πολλοί μετανάστευσαν, μετά από σύντομο διάστημα παραμονής στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Αίγυπτο. Η απογραφή του 1928 κατέγραψε 1.221.849 πρόσφυγες. Υπερτερούσαν οι γυναίκες. Το 1928, αποτελούσαν το 51,8% των προσφύγων, με το ποσοστό τους να είναι αρκετά μεγαλύτερο σε ορισμένα αστικά κέντρα.

Η έναρξη της αποκατάστασης των προσφύγων

Η ρητή απόφαση για τη μη επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους από τα τέλη Ιανουαρίου του 1923 με την υπογραφή της Σύμβασης Ανταλλαγής της, αλλά και η εμπειρία για τη γεωργική εγκατάσταση προσφύγων κατά την προηγούμενη περίοδο (1917-1920), οδήγησαν άμεσα στην ανάληψη ενεργειών για την οριστική εγκατάσταση/αποκατάσταση των προσφύγων. Για τον σκοπό αυτό από την άνοιξη του 1923 πρόσφυγες μεταφέρθηκαν από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και άλλα μέρη της χώρας στη Μακεδονία, με το Υπουργείο Γεωργίας να δραστηριοποιείται εκεί με τις υπηρεσίες Εποικισμού. Σημαντικότερο ρόλο στην αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων θα διαδραματίσει από το 1924 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), η οποία ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1923.

Η προσπάθεια για την οργανωμένη εγκατάσταση προσφύγων στις πόλεις ξεκίνησε ταυτόχρονα με την αγροτική. Μετά την άφιξη των προσφύγων διευθετήθηκαν νομοθετικά ζητήματα που προέκυψαν από την ανάγκη για ταχεία και χαμηλού κόστους οικοδόμηση σπιτιών για τους πρόσφυγες. Τον Ιούλιο του 1923 ψηφίστηκε πλαίσιο για την ανέγερση νέων οικισμών, καθορίζονταν οι απαιτούμενες απαλλοτριώσεις, ο σχεδιασμός, η δημιουργία κοινόχρηστων χώρων κ.ά. Νομοθετήθηκε επίσης η διευκόλυνση «ανεγέρσεως ευθηνών οικιών, προοριζομένων διά τους αναπήρους πολέμου, τους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους, τους εργάτας, τους πρόσφυγας».

Η αστική αποκατάσταση αποτέλεσε κυρίως έργο του κράτους και λιγότερο της ΕΑΠ. Αρχικά η προσωρινή ή και μονιμότερη στέγαση των προσφύγων στις πόλεις ανατέθηκε στο Ταμείο Περιθάψεως Προσφύγων (ΤΠΠ), το οποίο ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1922, και στο Υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως. Το πρώτο διάστημα, οι δύο αυτοί κρατικοί φορείς απλώς διένειμαν σκηνές ή κατασκεύαζαν παραπήγματα. Μέχρι το 1925, οπόταν τερμάτισε τη λειτουργία του, το ΤΠΠ παρέδωσε 4.000 ολοκληρωμένα οικήματα και άλλα 2.500 ημιτελή. Τα περισσότερα ήταν μονώροφες οικοδομές, με λίθινα θεμέλια, ξύλινη ανωδομή (μπαγδατί) και στέγη συνήθως από πισσόχαρτο, ή διώροφες με πέτρα μέχρι τον πρώτο όροφο και μετά καλαμωτή (τσατμά). Λόγω της μεγάλης έλλειψης στέγης, ήταν σύνηθες σε ένα δωμάτιο να διαμένουν δύο, τρεις ή περισσότερες οικογένειες προσφύγων.

Τα πρώτα προσφυγικά οικήματα-παραπήγματα ανεγέρθηκαν στην Αττική στο Πεδίο του Άρεως, στους Αμπελόκηπους, τα Παλαιά Σφαγεία (Καλλιθέα), τις Τζιτζιφιές, τα Νέα Σφαγεία (Ταύρος), την Καισαριανή, τη Ν. Ιωνία, τη Ν. Κοκκινιά, αλλά και σε άλλες πόλεις. Τα έτη 1922-1924, το Υπουργείο Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως κατασκεύασε 18.337 οικήματα.

Για την ανέγερση προσφυγικών συνοικισμών επιτράπηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση ή επίταξη οικοπέδων. Στην Αθήνα η πρώτη έκταση που αξιοποιήθηκε το 1923 για μαζική στέγαση των προσφύγων ήταν 100 στρέμματα στις παρυφές του Παγκρατίου, ο συνοικισμός Παγκρατίου (από το 1924 Βύρωνας). Εκεί κοντά, όπου ήταν ήδη πρόχειρα εγκατεστημένοι σε σκηνές περίπου 8.000 πρόσφυγες, χωροθετήθηκε ο συνοικισμός Συγγρού (Καισαριανή). Το ίδιο έτος θεμελιώθηκαν και οι δύο άλλοι μεγάλοι συνοικισμοί της Αττικής, η Ν. Ιωνία και η Ν. Κοκκινιά. Η ΕΑΠ από το 1924 συνέχισε ή ξεκίνησε την κατασκευή προσφυγικών συνοικισμών σε πόλεις της Ελλάδας. Πάντως, σε αντίθεση με την αγροτική αποκατάσταση, η αστική ήταν περισσότερο κρατική υπόθεση, μέσω του ΤΠΠ και του Υπουργείου Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως.

*Η ανακοίνωση βασίζεται στο βιβλίο του Ν. Ανδριώτη, Πρόσφυγες στην Ελλάδα 1821-1940: άφιξη, περίθαλψη και αποκατάσταση, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2020, κυρίως σ. 129-201.

Μετάβαση στο περιεχόμενο