περισσότερα...

Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
Search in posts
Search in pages
Filter by Categories
1922-2022
5η Συνάντηση Μονοπατιών
Newsflash
Slider
Ανοικτές Δημόσιες Διαδικασίες
ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΑΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
Διαρκές Συνέδριο 2022
Ειδήσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις
Εκδηλώσεις και Δράσεις
Εκδηλώσεις Πολιτιστικού Κέντρου
Εκδόσεις
Επικαιρότητα
Εσπερίδες
Οικονομικά Στοιχεία Δήμου
Ομιλίες Εσπερίδων
Πολιτική Προστασία
Προμήθειες - Έργα - Μελέτες
Προσλήψεις
Πέμπτη, 25 Απριλίου | 10:00πμ

Προσφυγικοί σύλλογοι στη Νέα Κοκκινιά: αυτοοργάνωση και ένταξη στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου»

Ομιλία Κυριακής Παπαθανασοπούλου, Δρ., Ερευνήτριας ΚΕΝΙ Παντείου Παν/μίου στο ολοήμερο του Ανοιχτού Διαρκούς Συνεδρίου «100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή» του Κέντρου Μικρασιατικού Πολιτισμού & Ανάδειξης Σύγχρονης Ιστορίας του Δήμου Καισαριανής, υπό τον συντονισμό του Ομότιμου Καθηγητή του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Δημήτρη Ησαΐα με γενικό τίτλο “Προσφυγικοί καταυλισμοί και συνοικίες: μεταμορφώνοντας το Ελληνικό Αστικό και Αγροτικό Τοπίο”

Ο αρχικός πυρήνας για την εγκατάσταση προσφύγων ξεκίνησε το 1916 με την άφιξη Αρμενίων προσφύγων στην ευρύτερη περιοχή της Κοκκινιάς, η οποία ήταν αραιοκατοικημένη από τις εργατικές τάξεις του Πειραία. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 το κράτος προχώρησε σε γρήγορη απαλλοτρίωση μιας μεγάλης έκτασης, η οποία ανήκε σε ιδιώτες και παρέμενε ακατοίκητη για την ανέγερση του νέου προσφυγικού συνοικισμού. Οι εργασίες ξεκίνησαν  το 1923 από το Ταμείο Περιθάλψεως με μικρά μονώροφα σπίτια. Το 1924 ανέλαβε την ανέγερση του συνοικισμού η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), η οποία αποτέλεσε και το βασικό πολεοδόμο της νέας πόλης. Αν και υπήρχαν αρκετές ελλείψεις και προβλήματα η Νέα Κοκκινιά ήταν ο μεγαλύτερος οργανωμένος  συνοικισμός του Πειραιά στον οποίο το 1928 κατοικούσαν 33.201 πρόσφυγες από διάφορες περιοχές της Μ. Ασίας του Πόντου και της Αν. Θράκης.

Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό από το 1923 και έπειτα δεν προέρχονταν από μια συγκεκριμένη επαρχία της πρώην πολυπολιτισμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Διαφορές εντοπίστηκαν ανάμεσα στους Καππαδόκες, τους Σμυρνιούς και τους Ποντίους, ωστόσο διαφοροποιήσεις υπήρχαν ακόμα και στην ίδια επαρχία, όπως οι γλωσσικές ιδιαιτερότητες μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού Πόντου, καθώς και οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στις επαρχιακές και αστικές συνοικίες των μικρασιατών. Επιπρόσθετα οι πρόσφυγες είχαν διαφορετικό βίωμα στην ίδια την τραυματική εμπειρία του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Κάτω από άλλες συνθήκες έφτασαν οι πρόσφυγες των παραλίων το καλοκαίρι του 1922 σε σχέση με τους υπόλοιπους που ήρθαν στην Ελλάδα, μετά το σύμφωνο ανταλλαγής. Συνεπώς η προσφυγική κοινότητα δεν ήταν καθόλου ενιαία και αυτές οι ιδιαιτερότητες υπήρξαν καθοριστικές για την αποκατάσταση και την μετέπειτα ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Άνθρωποι με διαφορετικά χαρακτηριστικά έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της συνύπαρξης μέσα σε ένα νέο και ξένο περιβάλλον, αυτό του έθνους κράτους που ήταν τελείως διαφορετικό από το πολυσχιδές κοινοτικό περιβάλλον που ήταν διαμορφωμένη η πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφορετικότητας των προσφύγων και των πολλαπλών ταυτοτήτων της προσφυγικής ταυτότητας, αλλά και των ανταγωνισμών ανάμεσα στους ίδιους του πρόσφυγες για τη δύσκολή αποκατάσταση ήταν η ύπαρξη πολλών προσφυγικών συλλόγων, που ιδρύθηκαν παράλληλα με την εγκατάσταση των προσφύγων στους συνοικισμούς.

Οι σύλλογοι των προσφυγικών συνοικισμών είναι μορφές εθελοντικής συσσωμάτωσης και αποτελούν παραδείγματα οργάνωσης και συλλογικής δράσης των ατόμων για την υλοποίηση καθορισμένων στόχων σε συγκεκριμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εκάστοτε ιστορικής περιόδου. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και δομούνται πάνω σε δημοκρατικές αρχές. Σημαντικό στοιχείο στην ίδρυση συλλόγων αποτελεί η εμπρόθετη δράση των ατόμων, η οποία στηρίζεται στους κοινούς στόχους, στις επιδιώξεις και στις ανάγκες των μελών με βάση τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες.[1] Επίσης, μέσα στους συλλόγους εκφράζονται και συγκροτούνται ταυτότητες. Οι σύλλογοι, αν και δεν ανήκουν στο πολιτικό σύστημα, όπως τα κόμματα, συμμετέχουν στον δημόσιο βίο, λειτουργούν ως ομάδες παρέμβασης και πίεσης, ασκώντας πολιτική με την ευρύτερη έννοια του «πολιτικού»: «Το πολιτικό δεν γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα από τις κρατικές δομές εξουσίας και διακυβέρνησης, αλλά και μέσα από τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι τοποθετούνται απέναντι στο κράτος, αλλά και μεταξύ τους, στο πεδίο της καθημερινής ζωής».[2]

Το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται είναι απαραίτητο για να κατανοήσουμε τη σχέση του επίσημου Κράτους με τα σωματεία, καθώς και τη στάση του απέναντι στην εθελοντική συσσωμάτωση. Τα προσφυγικά σωματεία εντάχθηκαν στην κατηγορία των «αλληλοβοηθητικών» σωματείων του νόμου 281/1914.[3] «Στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, τα σωματεία, οι μικρές ομάδες, χτίζουν τους δικούς τους τοίχους και διαγράφουν τον χώρο δράσης τους μέσα στην πόλη». Το τραύμα του ξεριζωμού, η απώλεια της πατρογονικής εστίας και η τραυματική εμπειρία της προσφυγιάς δημιουργούσαν ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη του συλλόγου ενισχύοντας το αίσθημα του ανήκειν στην κοινότητα.

Οι πρόσφυγες από τον πρώτο χρόνο της άφιξής τους στην Ελλάδα ίδρυσαν συλλόγους προκειμένου να ανακουφίσουν τις πρακτικές ανάγκες και να διεκδικήσουν συλλογικά τα δικαιώματά τους από το κράτος. Σύστησαν επιτροπές και σωματεία -αρκετά από τα οποία εξελίχθηκαν σε δευτεροβάθμια (ομοσπονδίες)- για τη διεκδίκηση διάφορων αιτημάτων, οργάνωσαν προσφυγικά συνέδρια και εξέδιδαν εφημερίδες και περιοδικά για την προώθηση της προσφυγικής υπόθεσης. Προσφυγικά σωματεία είχαν ιδρυθεί και νωρίτερα, από τους μικρασιάτες που είχαν εγκατασταθεί πριν το 1922. Ο παλαιότερος μικρασιατικός σύλλογος ήταν η «Ανατολή» στην Αθήνα, με έτος ίδρυσης το 1891 και είχε ως σκοπό την καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Μικρασίας. Μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης ο σύλλογος επαναπροσδιόρισε τους σκοπούς και έδωσε βαρύτητα στην κοινωνική αποκατάσταση των προσφύγων. Το 1917 ιδρύθηκε στην Αθήνα «Η Κοινή των Αλύτρωτων» και η οποία διατηρούσε παραρτήματα στη Ν. Υόρκη, στο Λονδίνο και το Παρίσι. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο σύλλογος υπέδειξε στην κυβέρνηση τον γιατρό Απ. Δοξιάδη για υπουργό Προνοίας και Περιθάλψεως.[4]  Οι παλαιότεροι μικρασιατικοί σύλλογοι που λειτουργούσαν στην Ελλάδα, μετά την Συνθήκη της Λοζάνης και τη μονιμοποίηση του προσφυγικού ζητήματος άλλαξαν τα καταστατικά τους και τα προσανατόλισαν στην κοινωνική αποκατάσταση των προσφύγων που ήταν άμεση προτεραιότητα και αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα για τη δικτύωση του προσφυγικού κόσμου και την ενσωμάτωσή του στην ελληνική κοινωνία.

 Οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στην Ελλάδα αξιοποίησαν την κοινοτική και συλλογική εμπειρία από τους τόπους προέλευσής τους. Οι μικρασιάτες γνώριζαν από συλλόγους, καθώς είχαν ιδρύσει διάφορές μορφές συσσωμάτωσης στην Οθ. Αυτοκρατορία.[5]  Φυσικά οι σύλλογοι που ίδρυσαν στην Ελλάδα ήταν σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο, από εκείνο του έθνους κράτους και είχαν άλλους στόχους και επιδιώξεις. Το 1923 με νομοθετικό διάταγμα δόθηκε η δυνατότητα αναθεώρησης των καταστατικών των σωματείων που λειτουργούσαν στη Μ. Ασία και Αν. Θράκη και τον ορισμό νέας έδρας.[6] Οι πρόσφυγες μετά τον βίαιο ξεριζωμό από τους τόπους τους και το πολυεθνοτικό περιβάλλον της Οθ. Αυτοκρατορίας, έχασαν το πλαίσιο της κοινότητας μέσα στο οποίο είχαν μάθει να ζουν και να λειτουργούν. Αυτή η ξαφνική μετάβαση από την κοινότητα στο έθνος κράτος και στην ιδιότητα του πολίτη, ήταν στην ουσία μια απότομη μετάβαση στην νεωτερικότητα  που άλλαξε καθοριστικά την ταυτότητα των προσφύγων. Η αλλαγή αυτή επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονταν. Ήταν επομένως αναγκαίο να βρεθεί ένα μεταβατικό στάδιο ώστε οι άνθρωποι να μάθουν σταδιακά να αυτοπροσδιορίζονται από μέλη μιας κοινότητας σε πολίτες τους έθνους κράτους.[7] Το ρόλο αυτό διαδραμάτισαν οι προσφυγικοί σύλλογοι, οι οποίοι αντικατέστησαν τις διαλυμένες κοινότητες των προσφύγων και μεσολάβησαν ανάμεσα στο κράτος και την προσφυγική κοινότητα. Οι σύλλογοι συνδιαλέγονταν με τις κρατικές αρχές ξεπερνώντας βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε μεγάλος αριθμός προσφύγων όπως ο αναλφαβητισμός και η τουρκοφωνία που δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο τις γραφειοκρατικές διαδικασίες της αποκατάστασης. Οι προσφυγικοί σύλλογοι αναμείχθηκαν δυναμικά για τη διεκδίκηση τόπων εγκατάστασης και δικαιωμάτων από το κράτος.

Το ελληνικό κράτος από την πλευρά του, προκειμένου να εξυπηρετήσει και να διευκολύνει τη διαδικασία της αποκατάστασης, συνεργάστηκε με τους προσφυγικούς συλλόγους και τους ανέθεσε διάφορες κρατικές λειτουργίες. Ένα από τα βασικότερα θέματα που αναλάμβαναν οι σύλλογοι ήταν το ζήτημα της πολιτογράφησης των προσφύγων και της έκδοσης πιστοποιητικών προσφυγικής ιδιότητας. Σύμφωνα με τη συνθήκη της Λοζάνης οι πρόσφυγες απέκτησαν αμέσως ελληνική ιθαγένεια και γράφτηκαν στα δημοτολόγια, στα μητρώα αρρένων των δήμων και των κοινοτήτων. Οι προσφυγικοί σύλλογοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτογράφηση των προσφύγων καθώς συμμετείχαν στις επιτροπές που συστάθηκαν στους δήμους και επιβεβαίωναν την ταυτότητα των προσφύγων.[8]

Το κράτος είχε εξουσιοδοτήσει τους προσφυγικούς συλλόγους να εκδίδουν πιστοποιητικά προσφυγικής ιδιότητας, δηλαδή τις ταυτότητες των προσφύγων, έγγραφα τα οποία ήταν απαραίτητα για οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με το δημόσιο, τις τράπεζες και τους φορείς, με σκοπό τη στεγαστική αποκατάσταση, την έκδοση επαγγελματικών δανείων, συντάξεων, επιδομάτων, καθώς και για το ζήτημα της αποζημίωσης. Το πιστοποιητικό λειτουργούσε ως ταυτότητα, γιατί περιείχε τα ατομικά στοιχεία τους (όνομα, επώνυμο, τόπος προέλευσης, διεύθυνση κατοικίας και, σε κάποια, το επάγγελμα). Το χρηματικό αντίτιμο για το πιστοποιητικό ήταν 10 δρχ.[9] Τα προσφυγικά σωματεία είχαν το δικαίωμα να εκδίδουν πιστοποιητικά προσφυγικής ιδιότητας, σύμφωνα με τη νομοθεσία του υπουργείου Περιθάλψεως από το 1917.[10] Οι σύλλογοι τα εξέδιδαν με βάση τη γνώση που είχαν για την κοινότητά τους και τα μητρώα των εκκλησιαστικών βιβλίων που διατηρούσαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία για την κοινότητά τους.

Το 1926, όταν ξεκίνησε να δίνεται η αποζημίωση στους πρόσφυγες δικαιούχους, απαραίτητη προϋπόθεση για την απόδοση της προκαταβολή της αποζημίωσης από την Εθνική Τράπεζα ήταν η προσκόμιση του πιστοποιητικού προσφυγικής ιδιότητας, το οποίο λειτουργούσε και ως «πιστοποιητικό αστότητος». Καθορίστηκε νομοθετικά ποιοι πρόσφυγες αστοί ήταν δικαιούχοι αποζημίωσης προκειμένου να αποφευχθούν ατασθαλίες προσφύγων.[11] Το πιστοποιητικό λειτουργούσε ως βεβαίωση ότι δεν είχε ληφθεί αγροτική αποκατάσταση από τον δικαιούχο. Δικαίωμα έκδοσης είχαν οι τοπικοί προσφυγικοί σύλλογοι, τα Επαρχιακά Συμβούλια και η αστυνομική Αρχή. Για τη διεκδίκηση των οικονομικών αιτημάτων των προσφύγων και την αποζημίωση ιδρύθηκαν οι Σύλλογοι Δικαιούχων Ανταλλαξίμων. Στη Νέα Κοκκινιά ιδρύθηκαν τότε αρκετοί σύλλογοι με βάση τον τόπο καταγωγής που απαιτούσαν τις περιουσίες τους, στο τρίπτυχο «τι είχαμε  – τι χάσαμε – τι διεκδικούμε».

Για την αποζημίωση των τουρκόφωνων προσφύγων του συνοικισμού δραστηριοποιούνταν ο Σύλλογος Δικαιούχων Ανταλλαξίμων των 30 Κοινοτήτων της Νίγδης. Ο ίδιος μαζί με άλλους συμμετείχε σε παπμπροσφυγικά συνέδρια και πίεζε για την αποζημίωση, ενώ απειλούσε με αποχή από τις εκλογές αν δεν εξυπηρετούνταν το αίτημα της αποζημίωσης, που συνδέθηκε άμεσα με την απόκτηση στέγης και τη συστηματική δράση της ΕΑΠ στο συνοικισμό μετά το 1926. Μέλη της διοίκησης του παραπάνω συλλόγου  μετείχαν στα Επαρχιακά Συμβούλια εκτιμούσαν την περιουσία που είχαν αφήσει οι πρόσφυγες και διεκδικούσαν την πολυπόθητη αποζημίωση, προκειμένου να καταβάλουν ένα ποσό στην ΕΑΠ για την αγορά της στέγης ή του οικοπέδου.

Ο ρόλος των προσφυγικών συλλόγων για την αποζημίωση ήταν καθοριστικός γιατί εκτός από την έκδοση των απαραίτητων εγγράφων συμμετείχαν ενεργά στις επιτροπές που επιβεβαίωναν τις περιουσίες που είχαν αφήσει οι πρόσφυγες στους τόπους προέλευσής τους. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά απαγορεύτηκε η έκδοσης πιστοποιητικών προσφυγικής ιδιότητας για τις διάφορες υποθέσεις των προσφύγων. Αυτή η απαγόρευση αποδυνάμωσε τους συλλόγους και στέρησε μια βασική πηγή εσόδων τους. Τα πιστοποιητικά εκδίδονταν πλέον από κρατικούς λειτουργούς, τον δήμο ή την κοινότητά, που είχαν εγκατασταθεί.[12]  

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι το κράτος είχε παραχωρήσει σημαντικές λειτουργίες στα προσφυγικά σωματεία, τα οποία πιστοποιούσαν άτομα και περιουσίες, σαν τα σημερινά ληξιαρχεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Οι αρμοδιότητες αυτές των συλλόγων εξυπηρετούσαν και διευκόλυναν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Οι σύλλογοι στα γραφεία τους διατηρούσαν τα μητρώα προσφύγων και παρείχαν τα απαραίτητα έγγραφα-πιστοποιητικά, προκειμένου να ενταχθούν τα μέλη τους στην κοινωνική κατηγορία του πρόσφυγα, με την οποία το κράτος τούς αναγνώριζε συγκεκριμένα δικαιώματα. Παράλληλα με τον καθοριστικό ρόλο των συλλόγων, η εκδοτική δραστηριότητα επέφερε χρήματα στα ταμεία και δύναμη στις διοικήσεις τους. Στη Νέα Κοκκινιά, οι περισσότεροι από τους προσφυγικούς συλλόγους εξέδιδαν πιστοποιητικά προσφυγικής ιδιότητας. Ωστόσο, ο πιο δραστήριος σύλλογος, εκείνος που είχε εκδώσει τα περισσότερα πιστοποιητικά και συνέβαλε στην πολιτογράφηση και την αποζημίωση των προσφύγων, ήταν ο Σύλλογος Παλαιάς και Νέας Κοκκινιάς (1925), ο οποίος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα αποκόμισε χρήματα και δύναμη στο συνοικισμό.[13]

Το κράτος αναγνώρισε τις προσφυγικές συσσωματώσεις ως επίσημους αντιπροσωπευτικούς φορείς των προσφύγων, οι οποίοι παρουσιάζονταν στα υπουργεία και το ελληνικό κοινοβούλιο και απαιτούσαν τη διευθέτηση των αιτημάτων τους. Λειτουργούσαν δηλαδή ως ομάδες πίεσης που εξέφρασαν δημόσιο λόγο και διεκδίκησαν μαχητικά την εκπλήρωση των αιτημάτων τους. Ένα πρώτο δείγμα της αυτοοργάνωσης των προσφύγων ήταν η ίδρυση το 1925 της Κεντρικής Επιτροπής Συνεργαζόμενων Οργανώσεων Κοκκινιάς, Βύρωνος, Ιωνίας Καισαριανής που αποσκοπούσε στη συνεργασία των τεσσάρων πρώτων συνοικισμών της ΕΑΠ για την προώθηση της αστικής αποκατάσταση.[14] Ενδεικτική της μαχητικής στάσης των συλλόγων ήταν οι κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας των προσφυγών κατά του αντιτίμου που επέβαλε η ΕΑΠ για τα σπίτια και εντέλει το ψήφισμα της Κεντρικής Επιτροπής προς την κυβέρνηση με το οποίο οι πρόσφυγες κατήγγειλαν την άδικη τακτική της ΕΑΠ και γνωστοποίησαν ότι δεν επρόκειτο να καταβάλουν χρήματα στην ΕΑΠ, μέχρι να ξεκινήσουν οι αποζημιώσεις που τους όφειλαν σύμφωνα με τη Λοζάνη.

Χαρακτηριστικά η Επιτροπή κατήγγειλε: «Ρητώς και κατηγορηματικώς αποκρούει την εξαγοράν των οικημάτων δι ’οιουδήποτε χρεωλυσίου, προ της καταβολής των πρώτων αποζημιώσεων […] να μην επιτραπή η έξωσις οποιουδήποτε πρόσφυγος εκ των συνοικισμών […] διαμαρτύρεται δια την νοοτροποίαν της ΕΑΠ, η οποία ανεγείρει μέγαρα δια τους υπαλλήλους της εις τον συνοικισμόν του Βύρωνος και δίδει εις αυτούς απέραντα οικόπεδα και απαιτεί τα οικήματα να παραχωρούνται εις άστεγους πρόσφυγας και τα οικόπεδα να δοθούν εις πρόσφυγας, έχοντας πραγματικήν ανάγκην».[15]

Οι προσφυγικοί σύλλογοι ιδρύθηκαν είτε με κριτήριο τον τόπο καταγωγής ή τον τόπο εγκατάστασης. Ανάλογα με τις δράσεις τους μπορούσαν να χαρακτηριστούν κυρίως ως αλληλοβοηθητικοί, επαγγελματικοί, εξωραϊστικοί, ψυχαγωγικοί, αθλητικοί και πολιτικοί σύλλογοι. Η προσπάθεια κατηγοριοποίησης παρουσιάζει δυσκολίες και η ένταξη σε μία κατηγορία δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Όλοι οι σύλλογοι παρουσιάζουν στοιχεία αλληλοβοήθειας και έχουν αλληλοσυμπληρούμενες και αλληλοκαλυπτόμενες δράσεις, καθώς και έμμεσους και υπόρρητους σκοπούς οι οποίοι δεν είναι πάντα διακριτοί στα καταστατικά. Για παράδειγμα, ενώ παρουσίαζαν στοιχεία αλληλοβοήθειας και φιλανθρωπίας, εξυπηρετούσαν ταυτόχρονα ψυχαγωγικούς σκοπούς, ενώ σε προεκλογικές αναμετρήσεις επηρέαζαν την προσφυγική ψήφο. Χαρακτηριστικά, στο συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς, η Ένωσις Πισιδίας «Η Αναγέννηση» (1932), από την επωνυμία της και μόνο θα κατατασσόταν στους συλλόγους που ιδρύθηκαν με βάση την κοινή καταγωγή. Ωστόσο, στο καταστατικό της δεν έθετε το κριτήριο της κοινής προέλευσης. Με βάση λοιπόν τους σκοπούς του καταστατικού, τον συμπεριλάβαμε στο φάσμα αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, διότι, παρόλο που οι δράσεις του περιείχαν αλληλοβοήθεια, φιλανθρωπία και διεκδίκηση επαγγελματικών δικαιωμάτων, οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες υπερείχαν. Ακόμη, η «Προοδευτική Νεολαία» (1925), ενώ ήταν μια ένωση νέων, ένα αθλητικό σωματείο, λειτουργούσε ως ομάδα πίεσης που διεκδικούσε την αποκατάσταση των μελών του και ανέπτυξε φιλεκπαιδευτικές δραστηριότητες. Ήταν ένα δείγμα της συσσωμάτωσης της νεότητας με τα πολλαπλά χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ρόλος των συλλόγων στον εντοπισμό των αγνοουμένων. Οι σύλλογοι δημοσίευαν στις εφημερίδες ανακοινώσεις για τους αγνοουμένους και καλούσαν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Η αδυναμία εγκατάστασης σε κοινή περιοχή και η συνεχής περιπλάνηση των προσφύγων, ιδιαίτερα κατά το πρώτο διάστημα, είχε ως συνέπεια οι σύλλογοι, με κριτήριο τον τόπο προέλευσης, να λειτουργούν ως «πυρήνας» – σημείο και κέντρο αναφοράς για τους «απανταχού καταγόμενους» από κάποιο οικισμό ή περιοχή.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος των προσφύγων στη στεγαστική αποκατάσταση των μελών τους. Άτομα από τους συλλόγους ήταν εργολάβοι, κτίστες, εργάτες και επόπτες και συνδιαλέγονταν με το κράτος και τους φορείς της αποκατάστασης. Η διοίκηση των συλλόγων συμπλήρωνε ερωτηματολόγια της ΕΑΠ για τη συνδιαμόρφωση του συνοικισμού και εξέφραζε την άποψή της για τη χρησιμότητα κατασκευής καταστημάτων και μικρών βιοτεχνιών, προκειμένου να βρουν εργασία οι πρόσφυγες. Στο συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς το 1924 ιδρύθηκε ο πρώτος σύλλογος με την επωνυμία «Ένωσις Προσφύγων Νέας Κοκκινιάς» με πρόεδρο τον Μέναδρο Μεταξά από τα Μύλασσα. Η συγκέντρωση των προσφύγων έγινε μπροστά στον πρόχειρο ναό του Αγ. Νικολάου. Εξέλεξαν το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου που θα εκπροσωπούμε τους πρόσφυγες του συνοικισμού στα Υπουργεία και τις αρχές και θα μεριμνούσε για την πρόοδο και την ευημερία των προσφύγων. Συνήθως οι πρόσφυγες ίδρυαν έναν σύλλογο σχεδόν ταυτόχρονα με την απαλλοτρίωση των κτημάτων και μεσολαβούσαν στη διανομή των οικοπέδων και την ανέγερση των σπιτιών. Συνδύαζαν επίσης την ανέγερση των σπιτιών με το «ιερό αίτημα» της αποπεράτωσης ενός  προχείρου ναού που φύλασσε τα εικονίσματα και τα κειμήλια από τις «χαμένες πατρίδες». Στη Νέα Κοκκινιά συναντάμε την ενοριακή γεωγραφία γύρω από την οποία οργανώνονταν οι συνοικίες της πόλης με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των προσφύγων και ζωντανή τη μνήμη του τόπου καταγωγής. Έτσι ιδρύθηκε η γειτονιά του Αγ. Γεωργίου από Ρενκιώτες και Δαρδανελλιώτες και της Οσίας Ξένης κυρίως από πρόσφυγες από τα Μύλασα. Στις συγκεκριμένες γειτονιές δρούσαν και οι αντίστοιχοι εθνοτοπικοί σύλλογοι. Στις γειτονιές, η μνήμη των «χαμένων πατρίδων» ήταν παρούσα και έντυνε το νέο περιβάλλον και το μετέτρεπε σε έναν πιο φιλόξενο και οικείο τόπο[16] με τα τοπωνύμια των μικρασιατικών επαρχιών που φρόντισαν να δώσουν οι σύλλογοι.

  Οι σύλλογοι επίσης αναλάμβαναν την είσπραξη και την αποπληρωμή των δόσεων των οικημάτων και σε κάποιες περιπτώσεις απέτρεπαν μια επικείμενη έξωση λόγω καθυστέρησης της πληρωμής. Σε άρθρο τοπικού τύπου της περιοχής αναφέρεται ότι κατά την επίσκεψη του Βενιζέλου στο συνοικισμό ο πρόεδρος του Προσφυγικού Συλλόγου Πρόνοιας στη φτωχική γειτονιά με τα Γερμανικά σπίτια πίεσε την κυβέρνηση για χαμηλότερες τιμές για την απόδοση παραχωρητηρίου των σπιτιών υπό την απειλή οργανωμένης κινητοποίησης και διαμαρτυρίας όλων των συνοικισμών που είχαν Γερμανικά σπίτια.

Επιπρόσθετα, οι προσφυγικοί σύλλογοι λειτουργούσαν ως ομάδες πίεσης με συνεχείς παραστάσεις στις τοπικές αρχές για τον εξωραϊσμό των συνοικιών τους και τη βελτίωση της καθημερινότητας με την κατασκευή δημόσιων έργων. Ασκούσαν πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου στο πλαίσιο της μικρής κλίμακας της γειτονίας. Στο χώρο που οι καθημερινές πρακτικές δημιουργούσαν ισχυρούς δεσμούς αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης για τη διευθέτηση των καθημερινών προβλημάτων από την ύδρευση και τον ηλεκτροφωτισμό μέχρι την καθαριότητα. Στους προσφυγικούς συλλόγους εκτός από τον τόπο προέλευσης και τα συγγενικά δίκτυα, εντοπίστηκε και το κριτήριο της φυσικής εγγύτητας της γειτονιάς για την εγγραφή νέων μελών. Η γειτονιά ήταν ο οικείος χώρος, με την καθημερινή οπτική επαφή, την εξωστρέφεια, αλλά και τα κοινά προβλήματα. Ο προσφυγικός σύλλογος του Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου στη γειτονιά με τους μικρασιάτες από τον Κιρκιντζέ πίεζε τη δημοτική αρχή για την εγκατάσταση δημόσιων κρηνών και την κατασκευή χωματουργικών εργασιών στην παραμελημένη συνοικία. Αντίστοιχα δρούσε και ο προσφυγικός σύλλογος Κιλικιανών για τον εξωραϊσμό της φτωχής συνοικίας που την ονόμαζαν χαρακτηριστικά «Σπιναλόγκα» εξ΄ αιτίας της ακαθαρσίας και της εγκατάλειψης.

Φυσικά, η συμμετοχή σε συλλόγους και κυρίως στη διοίκησή τους, άφηνε περιθώρια εκμετάλλευσης και ευνοϊκότερης μεταχείρισης στα δύσκολα ζητήματα της αποκατάστασης. Το 1927 ιδρύθηκαν και προσφυγικοί αστικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί που ανέλαβαν την ανέγερση των σπιτιών.[17]  Έτσι, το 1929 ψηφίστηκε ο νόμος 3875, με τροποποιήσεις, για την ίδρυση Οικοδομικών Συνεταιρισμών Αστών Προσφύγων, οι οποίοι ήταν υπό την εποπτεία του υπουργείου Προνοίας. Με βάση αυτόν, προβλεπόταν η ανέγερση οικιών ή καταστημάτων προς «ιδίαν χρήσιν των μελών του συνεταιρισμού ή των οικογενειών των».[18] Σύμφωνα με τη νομοθεσία, στους συνεταιρισμούς παραχωρούνταν άτοκα δάνεια με ευνοϊκούς όρους από την Εθνική Τράπεζα, μέσω του υπ. Προνοίας. Επίσης, στο Δικαστικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας βρέθηκαν διάφορα έγγραφα σχετικά με τις οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στο υπ. Προνοίας, στους Προσφυγικούς Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς και στην Εθνική Τράπεζα, που εξέδιδε τα άτοκα δάνεια για λογαριασμό των συνεταιρισμών υπό την ευθύνη του υπ. Προνοίας. Σε πολλές περιπτώσεις σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι ομολογίες που είχαν λάβει οι ανταλλάξιμοι, οι οποίες χρησιμοποιούνταν από τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς ως κεφάλαιο για την έναρξη των εργασιών τους.[19] Στη Νέα Κοκκινιά, στις 29 Ιουλίου του 1928 ιδρύθηκε ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αστών Προσφύγων «Κρόνος». Τα γραφεία του συνεταιρισμού βρίσκονταν στην οδό Μοργκεντάου 65.[20] Σκοπό είχε την ανέγερση οικιών για τους ίδιους ή τα μέλη της οικογένειάς τους σε οικόπεδα παραχωρημένα από το Δημόσιο. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυση και τη λειτουργία του συνεταιρισμού ήταν κανένα μέλος μέχρι β΄ βαθμού συγγένεια να μην έχει αποκατασταθεί. Τα μέλη ήταν υποχρεωμένα να κατοικούν στην έδρα του συνεταιρισμού. Το μερίδιο κάθε εταίρου για την έναρξη του συνεταιρισμού ήταν 3.000 δρχ. Το διοικητικό συμβούλιο ενέκρινε την εισφορά των μελών για την κάλυψη της δαπάνης των έργων οδοποιίας και κοινωφελών ιδρυμάτων, τα οποία υποχρεούνταν να κατασκευάσει ο συνεταιρισμός με δικά του έξοδα εκτός από την ανέγερση των οικιών. Έτσι, έκαστος συνεταίρος κατέβαλε εφάπαξ 25 δρχ. ως δικαίωμα εγγραφής και 10 δρχ. μηνιαίως.

Ο συνεταιρισμός παρέδιδε σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα στο υπ. Υγιεινής, που περιελάμβανε τους κοινόχρηστους χώρους και τα οικόπεδα, τα οποία κατανέμονταν και διανέμονταν στους συνεταίρους. Την ανέγερση των οικιών μπορούσε να αναλάβει οικοδομική εταιρεία ή εργολάβοι. Οι οικίες παραχωρούνταν στους συνεταίρους μετά την εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του συνεταιρισμού. Επίσης, προβλεπόταν η μεταπώληση της οικίας σε άλλον εταίρο του οικοδομικού συνεταιρισμού.[21] Ο συνεταιρισμός, προκειμένου να αγοράσει από την ΕΑΠ τα οικόπεδα για την ανέγερση των οικιών τους, ζήτησε από την Εθνική όχι μόνο τους τόκους από τα ομόλογα της αποζημίωσης, αλλά και 33 από τις ομολογίες ανταλλαξίμων.[22] Τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του συνεταιρισμού διαταράχθηκαν λόγω εκμετάλλευσης και οικονομικών καταχρήσεων. Τελικά δυο μέλη παραιτήθηκαν και απέσυραν το μερίδιο τους από τις ομολογίες. Η οικονομική σχέση του «Κρόνου» με την τράπεζα διήρκησε τουλάχιστον έως τον Μάρτιο του 1930.[23] Δυστυχώς δεν εντοπίστηκε η ακριβής τοποθεσία που ο Κρόνος δραστηριοποιούνταν μέσα στο συνοικισμό. Σύμφωνα όμως με τα στάδια επέκτασης του συνοικισμού από το 1928 πιθανόν να είχε αναλάβει την ανέγερση οικιών στον Καραβά Α΄ Β΄, που κτίστηκαν με αυτοστέγαση.

Όλοι οι προσφυγικοί σύλλογοι ανέπτυξαν τη φιλανθρωπία και τη μέριμνα, ειδικά για τα ευάλωτα μέλη τους, τις χήρες, τα ορφανά και ταυτόχρονα προσπαθούσαν να βρουν εργασία στις γυναίκες. Έτσι λειτουργούσε και ο σύλλογος από το Εγιρδίρ το νησί της Πισιδίας που μεριμνούσε για την εύρεση εργασίας των γυναικών στα ταπητουργία του συνοικισμού. Παράλληλα οι προσφυγικοί σύλλογοι Ποντίων Κοκκινιάς, Προοδευτική Νεολαία και ο Σύνδεσμος Παλαιάς και Νέας Κοκκινιάς μερίμνησαν και υποστήριξαν οικονομικά την ίδρυση Νυκτερινής Σχολής στο συνοικισμό σε συνεργασία με τον κεντρικό μικρασιατικό σύλλογο Ανατολή. Στη  Νυκτερινή Σχολή της Κοκκινιάς σύμφωνα με  επίσημο έγγραφο της εποχής φοιτούσαν κάθε χρόνο αρκετά παιδιά αγόρια και κορίτσια προκειμένου να καλλιεργηθεί η ελληνική γλώσσα και παιδεία.

Σταδιακά, προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄20 και αρχές του ΄30, οι πρόσφυγες ίδρυσαν επαγγελματικούς και εργατικούς συλλόγους. Ο σύλλογος Εμπόρων και Καταστηματαρχών (1928) συγκέντρωσε όλους τους μικροεπαγγελματίες της περιοχής, προώθησε την επαγγελματική αποκατάσταση και στήριξε την τοπική οικονομία. Παράλληλα ίδρυσε και Νυχτερινή Εμπορική Σχολή για την πρακτική εκπαίδευση των νέων. Πρόεδρος του συλλόγου ήταν ο Στ.  Κοραής που είχε ξεκινήσει την κοινωνική του δραστηριότητα μέσα από την Προοδευτική Νεολαία τη δεκαετία του ΄20. Και αργότερα το 1934 έχοντας εξασφαλίσει ο ίδιος αναγνωρισιμότητα μέσα από τη δράση του σε συλλόγους επέλεξε να ασχοληθεί ενεργά με την τοπική αυτοδιοίκηση, όταν ο συνοικισμός αποσπάστηκε από τον Πειραιά και ο ίδιος εκλέχτηκε  πρώτος δήμαρχος της πόλης. Ο Στ. Κοραής μέσα από τους συλλόγους και τη δικτύωσή του με την παράταξη των βενιζελικών είχε εξασφαλίσει ευνοϊκότερη αποκατάσταση για τον ίδιο και την οικογένεια του έχοντας πάρει καλύτερο οικόπεδο στο συνοικισμό και δάνειο για τη λειτουργία της μικρής ποτοποιίας που λειτουργούσε στην περιοχή. Κάποιοι μάλιστα πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν για πλουτισμό και ιδιοτέλεια μέσα από τη δράση του στους συλλόγους. Γενικότερα άτομα από τη διοίκηση των συλλόγων της περιοχής ανέπτυξαν πολιτική δραστηριότητα με τη συμμετοχή τους στις εκλογές με το κόμμα του Βενιζέλου, όπως ο Πρόεδρος από τον Σύλλογο Παλαιάς και Νέας Κοκκινιάς,  Β. Αξαρλής, ο οποίος ήταν υποψήφιος με τους Φιλελεύθερους. Ακόμα και αν δεν εκλέχτηκαν διατηρούσαν επαφές με τους τοπικούς βουλευτές της βενιζελικής παράταξης και προσπαθούσαν να επηρεάσουν την προσφυγική ψήφο στις εκλογικές αναμετρήσεις. Παρά τη βενιζελική προτίμηση των προσφύγων του συνοικισμού από το 1928 είχε ιδρυθεί η Παμπροσφυγική Ένωσις Νέας Κοκκινιάς, η Δημοκρατία, στην οποία ήταν γενικός γραμματέας ο Γ. Νικολαΐδη από την Καισαρεία, ο οποίος το 1934 ήταν υποψήφιος δήμαρχος του ΚΚΕ. Οι πρόσφυγες αμέσως μετά την άφιξή τους απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα και εγγράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους. Αποτελούσαν υπολογίσιμη εκλογική δύναμη και προσπάθησαν να ενταχθούν στην πολιτική ζωή κυρίως μέσα από το Βενιζελικό χώρο όχι μόνο ως ψηφοφόροι, αλλά και πολιτευτές, βουλευτές και υπουργοί. Το 1923 εκλέχτηκαν 56 πρόσφυγες βουλευτές, οι περισσότεροι με την παράταξη Αλ. Παπαναστασίου και οι άλλοι με τους Φιλελεύθερους.[24] Γενικότερα, μέλη των διοικήσεων των συλλόγων, ανέπτυξαν πολιτική δραστηριότητα με τη συμμετοχή τους στις εθνικές εκλογές, κυρίως με το κόμμα του Βενιζέλου. Ακόμα και όταν δεν εκλέγονταν, διατηρούσαν επαφές με τους τοπικούς βουλευτές της βενιζελικής παράταξης και προσπαθούσαν να επηρεάσουν την προσφυγική ψήφο. Τη δεκαετία του ΄30, άτομα από τις διοικήσεις των συλλόγων ανέλαβαν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση καθώς είχαν εξασφαλίσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την πολιτική τους σταδιοδρομία. Η θητεία τους σε συσσωματώσεις που ασχολήθηκαν με την προσφυγική αποκατάσταση προσέδωσε την απαραίτητη εμπειρία και αναγνωσιμότητα για την εξασφάλιση των προσωπικών τους επιδιώξεων.[25]

Πέραν όμως από την εξυπηρέτηση των πρακτικών αναγκών, τη συνδιαμόρφωση του συνοικισμού και την πολιτική δράση των προσφύγων, μέσα στους προσφυγικούς συλλόγους οι πρόσφυγες αξιοποιούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους. Πολύ νωρίς ιδρύθηκαν αθλητικοί, μουσικοί και αργότερα διάφοροι ψυχαγωγικοί και ορειβατικοί σύλλογοι που οργάνωναν εκδρομές, θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, ακολουθώντας τις συλλογικές δραστηριότητες του Μεσοπολέμου, τη φυσιολατρία και τον περιηγητισμό. Στο συνοικισμό ιδρύθηκε ο μουσικός σύλλογος Αρίων που διέθετε μπάντα με μουσικά όργανα και έπαιζε τις Κυριακές στην κεντρική πλατεία του Αγ. Νικολάου. Αποδεικνύοντας έτσι και κάποιες από τις αστικές καταβολές μερίδας των προσφύγων. Επίσης οι χοροεσπερίδες των νεανικών και ποδοσφαιρικών συλλόγων αποτελούσαν το κοσμικό γεγονός της περιοχής με τη συμμετοχή πολλών κατοίκων και επισήμων της τοπικής κοινωνίας όπου συνήθιζαν να οργανώνουν και καλλιστεία.

Τέλος σημαντικός ήταν ο ρόλος των προσφυγικών συλλόγων για τη διατήρηση της μικρασιατικής μνήμης και του πολιτισμού, μετέφεραν ιερά κειμήλια, έκτισαν εκκλησίες, οργάνωσαν μνημόσυνα και καθιέρωσαν ημέρες μνήμης. Σύμφωνα με τον τοπικό τύπο μετά το μνημόσυνο της Ένωση Σινωπιτών του Πόντου ακολούθησε τελετουργικό με παρέλαση, στην οποία πρωτοστατούσαν τα μέλη με το λάβαρο, οι ιερείς ενώ πλήθος κόσμου ακολουθούσε, προς τα γραφεία της Ένωσης όπου έγινε δεξίωση και εκφωνήθηκαν επίσημοι λόγοι. Μέσα από αυτές τις ενσώματες τελετές ενισχύθηκε αφενός η συνοχή των μελών, και αφετέρου η ανάμνηση μεταβιβάστηκε στις επόμενες γενιές ως παρακαταθήκη καθώς συγκροτούταν η ταυτότητα και η πολιτισμική μνήμη της ποντιακής συλλογικότητας.

Η Ένωση Βιθυνίων από την πλευρά της  καθιέρωσε ξεχωριστή μέρα επετείου ως ανάμνηση των εχθροπραξιών της Βιθυνίας τον Ιούνιο του 1920 σύμφωνα με το αρχείο προφορικής παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Παράλληλα στις δραστηριότητές του συλλόγου εντοπίστηκε και η έκδοση « Ιστορικού αρχείου της Βιθυνίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», ανάλογα με την τακτική των κεντρικών μικρασιατικών συλλόγων της εποχής. Επίσης ο εν λόγω σύλλογος είχε σημαντικό ρόλο στη μετονομασία του συνοικισμού, σε Νίκαια, καθώς προκρίθηκε η πρόταση του Προέδρου του Ιω. Μελά. Την πρόταση υποστήριξαν καθηγητές βυζαντινολογίας προβάλλοντας τις βυζαντινές καταβολές της Νίκαιας της Βιθυνίας. Ο σύλλογος λοιπόν με τις παραπάνω δράσεις λειτουργούσε ως θεματοφύλακας και συνδιαμορφωτής της μικρασιατική μνήμης. Σε συμβολικό επίπεδο, η μετονομασία ήταν η αναγνωρισμένη ένταξη μιας προσφυγικής πόλης στο εθνικό αφήγημα.

Οι προσφυγικοί σύλλογοι του Μεσοπολέμου ιδρύθηκαν από άτομα που ανήκαν στα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ήταν εγγράμματοι και διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις και το κοινωνικό υπόβαθρο για να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην προσφυγική κοινότητα και το κράτος. Συνήθως στις διοικήσεις των προσφυγικών συλλόγων συναντάμε άτομα που διέθεταν κοινοτική ή σωματειακή εμπειρία σε όργανα της πρώην Οθ. Αυτοκρατορίας που απολάμβαναν την εμπιστοσύνη των μελών τους. Τα μέλη των συλλόγων προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και κάποια από αυτά ήταν αγράμματα. Η συσσωμάτωση των προσφύγων του Μεσοπολέμου εμφανίζεται κυρίως ως ανδρική υπόθεση, ωστόσο στους συνοικισμούς ιδρύθηκαν και γυναικείοι προσφυγικοί σύλλογοι στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας. Στο συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς ο συνολικός αριθμός των οργανώσεων (προσφυγικών και μη) που εντοπίστηκαν στο αρχείο του Πρωτοδικείου Πειραιά και αφορά τα αναγνωρισμένα σωματεία και άλλα, που αντλήθηκαν κυρίως από τον τοπικό Τύπο την περίοδο του Μεσοπολέμου, είναι 150 σωματεία. Από αυτά τα 17 έχουν αναφορά στους τόπους καταγωγής των προσφύγων.

Ο μεγάλος αριθμός των προσφυγικών συλλόγων αποκαλύπτει τον υψηλό βαθμό συσσωμάτωσης και αυτοοργάνωσης των προσφύγων και αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν. Ταυτόχρονα όμως, τονίζει τους ανταγωνισμούς που εμφανίστηκαν ανάμεσά τους κατά τη διαδικασία της αποκατάστασης. Ο κατακερματισμός των προσφυγικών οργανώσεων σε επιμέρους σωματεία στους διάφορους συνοικισμούς δεν εξυπηρετούσε πάντα την προσφυγική υπόθεση. Αντίθετα, μπορεί να εκτιμηθεί ως δείγμα έλλειψης συνεργασίας και συντονισμού, ενώ αποκαλύπτει την ιδιοτέλεια είτε μεμονωμένων προσώπων είτε ομάδων που συσπειρώνονταν γύρω από ένα πρόσωπο, αλλά και την εκμετάλλευση από τους «προσφυγοπατέρες» βουλευτές και τα πελατειακά τους δίκτυα. Άρθρα της εποχής έκαναν λόγο για την ευκολία ίδρυσης συλλόγων που ικανοποιούσαν κυρίως τη ματαιοδοξία κάποιων:

«Πρόεδροι και αντιπρόεδροι κρατώσι τη σφραγίδα ενός σωματείου, παρουσιαζόμενοι ενώπιον Πρωθυπουργών, Υπουργών, Νομαρχών και Δημοσίων Αρχών προς υπεράσπισιν προσφυγικών θεμάτων, αστοχούσι ή περιάγονται εις αξιολύπητον θέσιν».[26]

Αυτή η τακτική δεν εξυπηρετούσε την προσφυγική υπόθεση. Άλλοι ίδρυσαν συλλόγους για το προσωπικό τους γόητρο, τη δύναμη και την επιρροή που ασκούσαν στην προσφυγική κοινωνία του συνοικισμού, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερες συνθήκες αποκατάστασης, όπως αγορά καλύτερων οικοπέδων στο κέντρο του συνοικισμού,  ταχύτερη αποζημίωση ή επαγγελματική αποκατάσταση.[27] Ο προσφυγικός Τύπος καλούσε τα σωματεία σε συγχωνεύσεις και ζητούσε να οργανωθούν σε προσφυγικές ομοσπονδίες, όπως συνέβη με τα σωματεία της Σύρου.[28]

Οι προσφυγικοί σύλλογοι μπορεί να κατηγορήθηκαν για παραγοντισμό, πελατειακές σχέσεις και έλλειψη συνεργασίας. Η σημασία τους όμως και ο ρόλος που διαδραμάτισαν δεν μπορεί να μειωθεί. Η οργανωμένη δράση τους αντιμετώπισε ζητήματα και αιτούμενα που προκύψαν από την καθημερινή ζωή, τις μνήμες του παρελθόντος και τις προσδοκίες για το μέλλον. Στα όρια του ιδιωτικού και του δημόσιου, τα σωματεία, διαγράψαν τον χώρο δράσης τους μέσα στην πόλη. Το τραύμα του ξεριζωμού, η απώλεια της πατρογονικής εστίας και η τραυματική εμπειρία της προσφυγιάς δημιουργούσαν ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη του κάθε συλλόγου και σε ψυχολογικό επίπεδο επούλωσαν το αίσθημα ανεστιότητας και απώλειας κοινωνικού κύρους που δημιούργησε η απότομη προσφυγοποίηση και η καθοδική κοινωνική κινητικότητα. Η υποστήριξη και η αλληλεγγύη μέσα στους συλλόγους ενδυνάμωσε τους πρόσφυγες και τους τροφοδότησε με θάρρος και αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεράσουν την υποτίμηση και την εχθρική συμπεριφορά των γηγενών και να διεκδικήσουν συλλογικά τα δικαιώματά τους από το κράτος.

Οι πρόσφυγες αυτοοργανώθηκαν στους συλλόγους και μέσα από τη συλλογική εκπροσώπηση έδειξαν ότι δεν δέχτηκαν απλά και παθητικά τις κρατικές αποφάσεις. Μέσα από συγκρούσεις, αντεγκλήσεις και συναινέσεις, κατάφεραν να διεκδικήσουν καλύτερους όρους για την αποκατάσταση, αλλά και την κοινωνική και πολιτισμική τους ένταξη στην Ελλάδα. Η μελέτη της Νέας Κοκκινιάς και των προσφυγικών συλλόγων δείχνει ότι τελικά οι προσφυγικοί συνοικισμοί συνδιαμορφώθηκαν από το κράτος, τους διεθνής φορείς και τους ίδιους τους πρόσφυγες που διεκδίκησαν δυναμικά την ένταξή τους ως ισότιμοι πολίτες στο νέο τόπο εγκατάστασής τους.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αβδελά Έφη – Εξερτζόγλου Χάρης – Λυριντζής Χρήστος (επιμ.), Μορφές δημόσιας κοινωνικότητας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, Ανάγραμμα, Αθήνα 201

Ανδριώτης Νίκος, Πρόσφυγες στην Ελλάδα 1821-1940 – Άφιξη, περίθαλψη και αποκατάσταση, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2020.

Hirschon Renee, Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006.

Κουλούρη Χριστίνα, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και Αθλητικά Σωματεία 1870-1922, Ε.Ι.Ε, Αθήνα 1997.

Λιάκος Αντώνης,  Το 1922 και οι πρόσφυγες μια νέα ματιά, Αθήνα, Νεφέλη, 2011

Μαμώνη Κυριακή – Ιστικοπούλου Λήδα, Σωματειακή Οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1861-1922), Αθήνα, Εστία. 2006.

Μαρία Γιώτα, Η πολιτική ένταξη των προσφύγων του 1922 στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940), Διακριτική Διατριβή, Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκη 2005.

Μαυρογορδάτος Γιώργος, Μέτα το 1922, η παράταση του διχασμού, Πατάκη, Αθήνα 2017.

Μπελαβίλας Νίκος, «Τα Γερμανικά», ένα μοντερνιστικό πείραμα σε συνθήκες  έκτατης ανάγκης», στο Ανδρέας Γιακουμακάτος & Σωκράτης Γεωργιάδης (επιμ.), το Μπάουχαους και η Ελλάδα, Καπόν, Αθήνα, 2021.

Παπαθανασοπούλου Κυριακή, Προσφυγική εγκατάσταση στη Νίκαια. Σύλλογοι, ταυτότητες και μνήμη, Ασίνη, Αθήνα 2022.

Ποταμιάνος Νίκος, Οι Νοικοκυραίοι, μαγαζάτορες και βιοτέχνες στην Αθήνα 1880-1925, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016.

Ροζάκου Κατερίνα – Γκαρά Ελένη – Γιαννιτσιώτης Γιάννης, «Τόποι του πολιτικού: Δημόσια κοινωνικότητα και βία στην Ελλάδα», στο Κατερίνα Ροζάκου – Ελένη Γκαρά (επιμ.), Ελληνικά παράδοξα, πατρωνία, κοινωνία πολιτών και βία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, σ. 25-70.

Σαλβάνου Αιμιλία, Η συγκρότηση της προσφυγικής μνήμης – Το παρελθόν ως ιστορία και πρακτική, Νεφέλη, Αθήνα 2018.

Τζεδόπουλος Γιώργος (επιμ.), Πέρα από την καταστροφή. Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2003.

Χριστοδούλου Λουκάς, Η ιστορία των Σωματείων της Νέας Ιωνίας. Από την ίδρυση της πόλης έως τη Μεταπολίτευση 1923-1974, Μπαλτά Εξ Ανατολών, Ηλεία 2014.

Habermas Jurgen, Αλλαγή δομής δημοσιότητας, Νήσος, Αθήνα 1997.

Venturas Lina, “Multi-actor Synergies, Sovereignty, and Refugee Resettlement in Interwar Greece”,  Journal of Modern Greek Studies 40(2), 2022, pp. 299-317


[1] Έφη Αβδελά – Χάρης Εξερτζόγλου – Χρήστος Λυριντζής (επιμ.), Μορφές δημόσιας κοινωνικότητας στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, Ανάγραμμα, Αθήνα 2015, σ. 11-38.

[2] Κατερίνα Ροζάκου – Ελένη Γκαρά – Γιάννης Γιαννιτσιώτης, «Τόποι του πολιτικού: Δημόσια κοινωνικότητα και βία στην Ελλάδα», στο Κατερίνα Ροζάκου – Ελένη Γκαρά (επιμ.), Ελληνικά παράδοξα, πατρωνία, κοινωνία πολιτών και βία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, σ. 27.

[3] Ν. 281/18-6-1914, «Περί σωματείων», ΦΕΚ 171 Α΄/25-6-1914

[4] Μαρία Γιώτα, Η πολιτική ένταξη των προσφύγων του 1922 στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940), Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 16, παραπομπή 40.

[5] Κυριακή Μαμώνη – Λήδα Ιστικοπούλου, Σωματειακή Οργάνωση του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1861-1922), Αθήνα, Εστία. 2006.

[6] Ν.Δ. 26/4/1923, «Περί αναθεωρήσεως των καταστατικών (…) Ανατολικής Θράκης», ΦΕΚ 118/7-5-1923.

[7] Αιμιλία Σαλβάνου, Η συγκρότηση της προσφυγικής μνήμης – Το παρελθόν ως ιστορία και πρακτική, Νεφέλη, Αθήνα 2018. σ. 118.

[8] Νίκος Ανδριώτης, Πρόσφυγες στην Ελλάδα 1821-1940 – Άφιξη, περίθαλψη και αποκατάσταση, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2020, σ. 152.

[9] «Τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά», εφ. Προσφυγικός Κόσμος, 9/10/1927.

[10] Η περίθαλψις των προσφύγων 1917-1920, υπουργείον Περιθάλψεως, Αθήνα 1920, σ. 32.

[11] Ν.Δ. 13/11/1926, «Περί καθορισμού ταυτότητος και αστότητος δικαιούχων…», ΦΕΚ 403/13-11-1926.

[12] «Ο νέος νόμος αποκατάστασης προσφύγων», εφ. Αναγέννησις, 19/12/1937.

[13] Κυριακή Παπαθανασοπούλου, Προσφυγική εγκατάσταση στη Νίκαια. Σύλλογοι, ταυτότητες και μνήμη, Ασίνη, Αθήνα 2022, σ. 99.

[14] Λουκάς Π. Χριστοδούλου, Η ιστορία των Σωματείων της Νέας Ιωνίας. Από την ίδρυση της πόλης έως τη Μεταπολίτευση 1923-1974, Μπαλτά Εξ Ανατολών, Ηλεία 2014, 58-59.

[15] Στο ίδιο, σ. 632-634.

[16] Renee Hirschon, Κληρονόμοι της Μικρασιατικής Καταστροφής, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2006.

[17] Ν.Δ. 5/7/1927, «Περί συστάσεως οικοδομικών συνεταιρισμών», ΦΕΚ 142/14-7-1927, τ. Α΄.

[18] Ν. 3875, «Περί συστάσεως οικοδομικών συνεταιρισμών αστών προσφύγων», ΦΕΚ 47/11-2-1929, τ. Α΄.

[19] Στο ίδιο.

[20] «Καταστατικό Οικοδομικού Συνεταιρισμού Αστών Προσφύγων “Κρόνος” Ν. Κοκκινιάς», Α1Σ40Υ8Φ8328, Τμήμα Δικαστικό, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας.

[21] Στο ίδιο.

[22] «Πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου 7/12/1928», στο ίδιο.

[23]«Πρακτικό Γενικής Συνέλευσης 21/3/1930» και επιστολή από το δικαστικό τμήμα της Εθνικής Τράπεζας 28-3-1930, στο ίδιο.

[24] Νίκος Ανδριώτης,  ό.π., σ. 308-309.

[25] Jurgen Habermas, Αλλαγή δομής δημοσιότητας, Νήσος, Αθήνα 1997, σ. 284-285.

[26] «Η πολιτική των προσφύγων χειραφέτησις», εφ. Προσφυγικός Κόσμος, 5/2/1928.

[27] «Οι αγωνιστές της φτωχολογιάς καταγγέλλουν τους τζορμπατζήδες», εφ. Ριζοσπάστης, 9/2/1934.

[28] «Πρόσφυγες και προσφυγικαί οργανώσεις», εφ. Προσφυγικός Κόσμος, 13/11/1927 και «Οι μεμονωμένοι προσφυγικοί αγώνες απέτυχον πάντοτε – ανάγκη παγίας ενώσεως», εφ. Προσφυγικός Κόσμος, 17/3/1929.

Μετάβαση στο περιεχόμενο